Ο ΚΑΙΡΟΣ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΓΩΝΙΑ –Νασιόπουλος Απόστολος

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

«Σημείο Αναγνωρίσεως, άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια», Κική Δημουλά



Νεοελληνική Λογοτεχνία, Γ΄Λυκείου, Θεωρητική Κατεύθυνση, σελ.100-101
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α.      Τρία από τα βασικά γνωρίσματα της ποιητικής γραφής της Δημουλά είναι οι επαναλήψεις, οι αμφισημίες και οι απροσδόκητες λεκτικές συζεύξεις. Για καθένα από αυτά τα τρία στοιχεία να εντοπίσετε ένα παράδειγμα μέσα από το ποίημα και να το σχολιάσετε με συντομία. (Μονάδες 15)
Β1.    «Αν η γραφή αυτή αποφεύγει την ψυχρότητα και λειτουργεί ποιητικά, αυτό, νομίζω, οφείλεται στους μηχανισμούς της ¨πολλαπλασιαστικής ευαισθησίας¨ και της ¨λυρικής αφαίρεσης¨. Με τον πρώτο όρο εννοώ το πώς η Κ. Δ. κατορθώνει, αφορμώμενη από τα πιο ασήμαντα ερεθίσματα, να προκαλεί τη γέννηση του ποιήματος και να το αναπτύσσει με μια δημιουργική προσθετική ικανότητα. Με το δεύτερο, το πώς και πάλι κατορθώνει, στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ποίησής της, να προχωρεί συμφύροντας τον εξωτερικό κόσμο με τον εσωτερικό, αποτυπώνοντας τις πιο λεπτές αποχρώσεις (Τάκης Καρβέλης, «Η ποίηση της ¨πολλαπλασιαστικής ευαισθησίας¨ και της ¨λυρικής αφαίρεσης¨» Δεύτερη Ανάγνωση, δοκίμια, Καστανιώτης, 1984, σ. 90-95). Κατά πόσο οι δύο αυτοί μηχανισμοί εφαρμόζονται στο εξεταζόμενο ποίημα; (Μονάδες 20)
Β2.    Να βρείτε τέσσερα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί η ποιήτρια στην τέταρτη στροφή του ποιήματος και να εξηγήσετε τη λειτουργία τους. (Μονάδες 20)
Γ.                     Να αναλύσετε το νόημα των στίχων 21-30 σε μία παράγραφο 130-150 λέξεων. (Μονάδες 25)
Δ.   ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Κική Δημουλά, «Εύα»
Εύα
στο ευγηρίας μου σαλόνι σε δώρισε
για εμψύχωση για παρερμηνείες ζωτικές
κάποια ισχυρή θέληση πλαστουργός.
Μου θυμίζει αμυδρή αμαρτία
που μου πρωτοχάρισε η μεγάλη
καλλιτέχνις συναίνεση του Θεού
- ανήκει τώρα στην πλούσια ιδιωτική
συλλογή της παλαιότητας.
Το διαπεραστικό κάλλος της
σε θανάσιμο μίσος το έθαψε
η σπυριάρα τιμωρία.
Θεόγυμνη είσαι. Ίσως γιατί χειμώνιασε
για τα καλά η συκή
ίσως και για να τρέψεις την αιδώ
προς τα βαθύτερα της σημασίας της φύλλα.
Λευκό το σώμα σου λες
και ποτέ δεν το είδε ο εναρκτήριος
ο καινοτόμος ήλιος της ανυπακοής
λευκό σαν των χεριών που σ’ έπλασαν
το όραμα ίσως να ξαναγεννηθείς
από πλευρά δική σου και όχι
από την τοκογλύφο πλευράν του Αδάμ
- σου πήρε όλη τη λιγοστή ανίδεη αρχή σου.
Μοιραίος δανεισμός˙ σαν αθεράπευτη      αρρώστια
μεταδόθηκε: κανένα θήλυ πλάσμα δεν επαρκούσε
μόνο του να ασκήσει μήτε ύπαρξη απλή
μήτε ανθισμένη εκπλήρωσή της
δίχως να συμβάλει άρρην πλευρά
δανεική βεβαίως
εξ ου και επιστρέφεται αργά
ή γρήγορα ο έρωτας.
Πλαγιαστή είσαι αναδιπλωμένη.
Ίσως να κρύβεσαι από το δάνειο
από την υποχρέωση αργά ή γρήγορα
να επιστραφεί αυτό που αισθανθήκαμε
ίσως κι από φόβο μη σε αναγνωρίσει
η διαδοσίας προϊστορία σου
και γίνει πάλι θηρίο ο διωγμός σου.
Μια καλλίγραμμη αγωνία των χεριών
ολότελα σκεπάζει τη μορφή σου
προφυλάσσοντάς την από την ομορφιά της
- είναι μάγισσα˙ τώρα μεταμορφώνεται
σε άφθαρτη
και σε χαμένη κάποτε θα μεταμορφωθεί.
Άροτρα τα μαλλιά σου οργώνουν
ως κάτω τη μυστηριώδη των γοφών ευπάθεια.
Με επιβράβευση κυματιστά τη σπέρνουν.
Ανάσκελα σε γυρίζω μήπως μάθω
την αρχέγονη ηλικία του συμβολισμού σου.
Και εμψυχώνομαι βλέποντας ότι
μετά από τόσες γέννες αποκλήρωσης
σα σφριγηλό ωάριο μοιάζει η κοιλιά σου
έτοιμη να μας ξεγεννήσει από δικό της
έρωτα όχι επιστρεπτέον
καθέναν μας με την ατομική του
παραδείσια χλωρότητα.
Σε κοσμογονικό μαιευτήριο εξήφθη
το μικροσκοπικό μου μπουφεδάκι όπου
πάνω του πλαγιασμένη κοιλοπονάς.
Όπου να ‘ναι έρχεται η μαμή ξυράφι
μη φοβάσαι έχει ξεγεννήσει έξω στα χωράφια
στις αχυροκαλύβες στις εγκαταλείψεις
ένα σωρό γκαστρωμένες φαντασιώσεις.
 Πως ήταν φτωχές δε διαφέρει παράδεισο
κι αυτές όπως εσύ κυοφορούσαν.
Να εντοπίσετε τρεις ομοιότητες και δύο διαφορές περιεχομένου ανάμεσα στο ποίημα «Εύα» και στο εξεταζόμενο ποίημα. (Μονάδες 20)
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Α.      Όσον αφορά στις επαναλήψεις σε όλο το ποίημα έχουμε τετραπλή εμφάνιση του μοτίβου των δεμένων χεριών (στ. 9, 19, 30, 38) με το οποίο η ποιήτρια επιδιώκει να υπογραμμίσει την καταπιεσμένη θέση στην οποία βρίσκεται η γυναίκα ανά τους αιώνες στην ανδροκρατούμενη κοινωνία όπου ζει. Σχετικά με τις αμφισημίες, αυτές είναι πολλές στο ποίημα. Ενδεικτικά αναφέρεται το παράδειγμα του γλύπτη, τον οποίο μπορεί κανείς να αντιληφθεί και ως το πρόσωπο που φιλοτέχνησε το συγκεκριμένο άγαλμα αλλά και ως το όργανο του κοινωνικού κατεστημένου που αιχμαλωτίζει τις γυναίκες. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι σε όλο το ποίημα είναι εμφανής η διπλή πρόσληψη της γυναίκας με τα δεμένα χέρια ως αγάλματος από όλους τους άλλους και ως διαχρονικού συμβόλου των καταπιεσμένων γυναικών από την ποιήτρια (στ. 1-2). Ένα παράδειγμα απροσδόκητης λεκτικής σζευξης εντοπίζεται στον στίχο 36. Με τον συγκεκριμένο στίχο η ποιήτρια παρουσιάζει εμφατικά τη συνέχιση της καταπίεσης, αφού το άγαλμα θα γεννήσει αγάλματα, δηλαδή κοινωνικά καταδυναστευμένες γυναίκες. Επιπροσθέτως, ο στίχος συνιστά ειρωνικό σχόλιο της Δ., καθώς με την υπογράμμιση της ακινησίας, που τονίζεται επιπλέον με την απουσία ρήματος, περνά το μήνυμα πως στη γυναίκα δεν αναγνωρίζεται ούτε η συμβολή της στη δημιουργία της ζωής ούτε το δικαίωμα για πρόοδο και εξέλιξη, αντίθετα ο κύκλος της αναπαραγωγής προσδίδει στη γυναίκα ένα ρόλο κοινωνικής αιχμαλωσίας.

Β1.    Ένα απλό, καθημερινό και ασήμαντο εξωτερικό ερέθισμα, το άγαλμα μιας γυναίκας με δεμένα χέρια, αποτέλεσε την αφορμή για να δημιουργηθεί μέσω του μηχανισμού της «πολλαπλασιαστικής ευαισθησίας» ένα άλλο έργο τέχνης, το ποίημα Σ.Α.. Η Δ. βλέπει πέρα από τον αρχικό εθνικό συμβολισμό του αγάλματος, και τον εμπλουτίζει δίνοντας τη δική της ερμηνεία που δεν είναι άλλη από το σύμβολο της διαχρονικής καταπίεσης του γυναικείου φύλου. Παρατηρεί τα δεμένα χέρια, το μάρμαρο, την αγωνία του αγάλματος να διαφύγει από τα δεσμά, και τα συνδέει με τα δεινά που υφίσταται η γυναίκα όλων των εποχών, που δεν σταματούν εξαιτίας της αδιαφορίας της κοινωνίας, η οποία ίσως εξυπηρετείται από την κοινωνικά περιορισμένη θέση της γυναίκας (στ.14-15). Ο μηχανισμός της «λυρικής αφαίρεσης» εντοπίζεται στους στ. 16-18, όπου η γυναίκα παρουσιάζεται να στερείται τις μικρές καθημερινές χαρές της ζωής. Έτσι, η αιχμαλωσία της γυναίκας αισθητοποιείται πιο παραστατικά και καθίσταται σαφές ότι, εφόσον η γυναίκα δεν είναι σε θέση να απολαύσει τα απλά και ασήμαντα, δεν είναι σε θέση να χαρεί και τα σπουδαία. Παράλληλα, αν δεχτούμε ότι το «αίσθημα» (στ. 27) είναι ο συναισθηματικός κόσμος των γυναικών, η Δ. υπονοεί το μέγεθος της τυραννίας που νιώθουν οι γυναίκες, αφού ένας υποθετικός αγώνας των αγαλμάτων «για ελευθερίες και ισότητες» θα είναι μάταιος (στ. 28-30).
Β2.    Αντίθεση: «Όλοι-εγώ», με την οποία υπογραμμίζεται η διαφορετική πρόσληψη του εξωτερικού ερεθίσματος (άγαλμα) από όλους τους άλλους και από την ποιήτρια. Αυτό σημαίνει πως ένα έργο τέχνης, εκτός από τον αντικειμενικό συμβολισμό του, μπορεί να προκαλέσει διαφορετικές σκέψεις, προβληματισμούς και συναισθήματα στο κοινό, ανάλογα με την παιδεία του, τα βιώματα και την κουλτούρα. Έτσι, η ποιήτρια αναιρεί τον αντικειμενικό συμβολισμό του αγάλματος και δίνει τη δική της ερμηνεία, αυτή του συμβόλου του καταπιεσμένου  γυναικείου φύλου. Αξίζει να σημειωθεί πως η αντίθεση τονίζει τον δεύτερο αντιτιθέμενο όρο, άρα το ποιητικό «εγώ» και την ερμηνεία που αυτό δίνει στο άγαλμα. Χιαστό: «κατευθείαν-αμέσως/άγαλμα-γυναίκα»· με το χιαστό σχήμα τονίζονται οι εσωτερικοί όροι, δηλαδή το «άγαλμα» και η «γυναίκα», αισθητοποιείται το «μπέρδεμα» μεταξύ τους και για ακόμα μια φορά επισημαίνεται η διαφορετική πρόσληψη του ίδιου εξωτερικού ερεθίσματος από διαφορετικούς δέκτες: όλοι περιορίζονται στο φαίνεσθαι και αντιμετωπίζουν το άγαλμα απλώς ως άψυχο κατασκεύασμα, ενώ η ποιήτρια προχωρά ένα βήμα παραπέρα και του δίνει διαστάσεις έμψυχου όντος. Άρση-θέση: «όχι γιατί…ακινησίας-για τα δεμένα χέρια σου…γυναίκα»· με το σχήμα αυτό δηλώνεται ότι η ποιήτρια βλέποντας το άγαλμα αναγνωρίζει ότι πρόκειται για γυναίκα όχι γιατί ο γλύπτης απέδωσε σε αυτό γυναικεία χαρακτηριστικά  αλλά γιατί έχει δεμένα χέρια (πρώτα αίρεται και στη συνέχεια τίθεται κάτι). Το σχήμα άρσης-θέσης δίνει έμφαση στον δεύτερο όρο, ο οποίος αποτελεί και το σημείο αναγνωρίσεως της γυναικείας υπόστασης του αγάλματος στη συνείδηση της Δ.. Μεταφορά: «σοδειά ακινησίας»· με τη συγκεκριμένη μεταφορά υπογραμμίζεται η διαχρονικότητα της αιχμαλωσίας των γυναικών, αφού το άγαλμα πρόκειται να γεννήσει αγάλματα, δηλαδή αιχμάλωτες γυναίκες υποβαθμισμένες κοινωνικά. Έτσι, η αιχμαλωσία παρουσιάζεται ως μια κατάσταση δίχως τέλος.
Γ.       Στους δοθέντες στίχους η ποιήτρια με μια υποθετική εικόνα τονίζει πως η κατάσταση της γυναίκας δεν επιδέχεται αλλαγή. Ακόμα κι αν στο μέλλον τα μάρμαρα ξεσηκώνονταν για να διεκδικήσουν ελευθερία και ισότητα, όπως οι δούλοι αγωνίζονται για να αποδεσμευτούν από τη σκλαβιά τους, οι νεκροί για να κερδίσουν την αθανασία ή τη μνήμη των ζωντανών, και το αίσθημα, των ανθρώπων γενικά ή των γυναικών ειδικά δεν διευκρινίζεται, για έκφραση, απαλλαγή από την καταπίεση ή αναζήτηση συναισθηματικής πληρότητας, ο αγώνας των γυναικών θα ήταν μάταιος, και ίσως υπονοείται ότι και οι αγώνες δούλων-νεκρών-αισθήματος είναι ατελέσφοροι. Αυτό συμβαίνει, διότι αυτό που πραγματικά κρατά δέσμια τη γυναίκα είναι η νοοτροπία που δεν μεταβάλλεται. Πέρα από τη ματαιότητα των αγώνων για απελευθέρωση και εξίσωση, ο πληθυντικός αριθμός «ελευθερίες και ισότητες» ίσως να αποτελεί ένα ειρωνικό σχόλιο και για το φεμινιστικό κίνημα, το οποίο όχι μόνο δεν απάλλαξε αλλά επιφόρτισε τη γυναίκα με περισσότερους ρόλους.
Δ.      Ενδεικτικά αναφέρονται: Ομοιότητες: α) η Δ. για τη δημιουργία και των δύο ποιημάτων είχε ως αφετηρία την παρατήρηση ενός άλλου καλλιτεχνικού δημιουργήματος, και συγκεκριμένα ενός αγάλματος με γυναικεία μορφή, β) η παρατήρηση του αγάλματος και στα δύο ποιήματα οδηγεί την ποιήτρια σε αναίρεση του αντικειμενικού συμβολισμού και, μέσω του μηχανισμού της πολλαπλασιαστικής ευαισθησίας, σε έκθεση των προβληματισμών της για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το γυναικείο φύλο, και, κυρίως, για την περιορισμένη θέση του στην ανδροκρατούμενη κοινωνία στην οποία ζει, γ) και στα δύο ποιήματα δηλώνεται πως είναι αδύνατη η αλλαγή της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η γυναίκα· στο εξεταζόμενο ποίημα αυτό φαίνεται στους στ. 20-30, στο Εύα με την αναφορά στο «μπουφεδάκι», που έχει αναχθεί σε «κοσμογονικό μαιευτήριο», η ποιήτρια επανέρχεται στην πραγματικότητα και συνειδητοποιεί πως αυτή απέχει πολύ από τις φαντασιώσεις της ιδίας, του γλυπτού, αλλά και άλλων φτωχών γυναικών. Διαφορές: α) στο Σ.Α. η ποιήτρια μιλά για τη γυναικεία καταπίεση γενικά σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, ενώ στο Εύα εστιάζει στην ερωτική επικοινωνία της γυναίκας με τον άνδρα και στην ταύτιση της ολοκλήρωσης και της ευδαιμονίας με αυτόν, ο οποίος δανείζει στη γυναίκα στιγμές ευτυχίας και στο τέλος ζητά επιστροφή με «τόκο» (στρ. 5&6), β) η αναφορά στα χέρια των αγαλμάτων στα δύο ποιήματα είναι διαφορετική, καθώς στο Σ.Α. τα χέρια του αγάλματος είναι δεμένα, συμβολίζοντας έτσι την περιορισμένη θέση της γυναίκας ανά τους αιώνες, αντίθετα στο Εύα τα χέρια είναι ελεύθερα και το άγαλμα-γυναίκα τα χρησιμοποιεί για να καλύψει με αυτά το πρόσωπό της, προσπαθώντας έτσι να κρυφτεί από την ομορφιά της, που ναι μεν σε ένα γλυπτό παραμένει αναλλοίωτη, αλλά σε μια πραγματική γυναίκα στη νιότη τής προσφέρει ισχύ και προστασία, ενώ αργότερα φεύγει αφήνοντάς την αδύναμη.
Επιμέλεια θεμάτων:
Βενέρη Μαρία – Καρακωνσταντάκης Γιώργος - Κασσαπάκης Βασίλης - Κριτσωτάκη Ράνια Μαρκάκη Πόπη – Ξενάκη Αθηνά – Χαλκιαδάκη Μαρίνα
Φροντιστηριακός όμιλος   ΕΝΑ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου