Ο ΚΑΙΡΟΣ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΓΩΝΙΑ –Νασιόπουλος Απόστολος

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ Γ.ΡΙΤΣΟ



-->
Σκόρπισε συγκίνηση στο ακροατήριο της Δεσκάτης η μουσική εκδήλωση αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο
Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου και για το λόγο αυτό το έτος 2009 ανακηρύχθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού «Έτος Γιάννη Ρίτσου».
Μελοποιημένα ποιήματα του κορυφαίου Έλληνα ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου ερμήνευσε το βράδυ της Παρασκευής στο Αμφιθέατρο του Γυμνασίου, η Χορωδία του Γενικού Λυκείου με την Ντριγκόγια Γιώτα να την καθοδηγεί και να τη συνοδεύει με το πιάνο και τον Λεκάκη Γιάννη να συνοδεύει με τη λύρα στην μουσικοφιλολογική εκδήλωση – αφιέρωμα που πραγματοποίησε ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Ν. Γρεβενών και ο ΕΜΟΔεσκάτης.
Η Χορωδία του Λυκείου αποτελούνταν απ΄τις μαθήτριες : Βλάχου Λυδία, Γαλάνη Γιώτα, Ζαγκανίκα Ευαγγελία, Καραγιώργου Ανθή, Καψάλη Κων/να, Καψάλη Περσεφόνη, Κουζούμη Σταυρούλα, Κρίκου Ιωάννα, Κυριακοπούλου Σοφία, Μπγιάλα Βασιλική, Νασιοπούλου Κατερίνα, Παληα Ελένη, Παπαδοπούλου Κατερίνα, Παπατσάνη Ειρήνη, Παπατσάνη Τζίνα, Ρουκά Ελένη, Σταινου Αθηνά, Τεγου Πηνελόπη.
Οι μαθητές του Λυκείου Δεσκάτης , Σωτήρης Αντώνης μαθητής της Γ Λυκείου, Τζιόλα Ερρικα, της Γ Λυκείου, η Κων/να Καψάλη, η Κουτσίκου Θεανώ και η Παπαδοπούλου Κατερίνα, της Α Λυκείου απήγγειλαν στην εκδήλωση Ποιήματα του Ρίτσου.
Η μαθήτρια της Α λυκείου Ρουκά Ελένη τραγούδησε δύο τραγούδια(τούτες τις μέρες, Λίγα γαρούφαλα) του Ρίτσου με τη συνοδεία στο πιάνο της Κατερίνας Νασιοπούλου αναγκάζοντας το κοινό να τις καταχειροκροτήσουν.
Η έμπνευση και το ταλέντο του Καθηγητή Φυσικής του Λυκείου και λυράρη Λεκάκη Γιάννη ξεδιπλώθηκαν με τις μαντινάδες που μας τραγούδησε γραμμένες απ΄τον ίδιο, ειδικά για το αφιέρωμα.
Στην εκδήλωση που συγκίνησε το ακροατήριο, προβλήθηκαν αποσπάσματα από τη ζωή και το έργο του Γιάννη Ρίτσου πολλές φωτογραφίες και απαγγελίες από τον ίδιο τον ποιητή (βιντεο) που επιμελήθηκε η Σταυρούλα Πραντσούδη Καθηγήτρια πληροφορικής.
Χορηγός της εκδήλωσης ο Δήμος Δεσκάτης και ο Δήμαρχος Κ. Μίγκος Νίκος στον χαιρετισμό του τόνισε την ανάγκη που έχει η Δεσκάτη τέτοιων Εκδηλώσεων. Διαδρομή στη δημιουργική και αγωνιστική πορεία του Γιάννη Ρίτσου, διαδρομή στις πηγές της έμπνευσής του, στο μεγαλείο του έργου του, στις κορυφαίες στιγμές της μελοποιημένης του ποίησης, είναι το αφιέρωμα που κάνουμε σήμερα είπε ο Φιλόλογος του Λυκείου και Αντιπρόεδρος των δύο Συλλόγων Νασιόπουλος Αποστόλης και αναφέρθηκε στην πολυκύμαντη ζωή του Ρίτσου και στο τεράστιο ποιητικό και λογοτεχνικό έργο του.
Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου (1η Μάη 1909) και η ανταρσία της ποίησής του έχει την ανάγκη και τη δύναμη να χτυπάει την πόρτα του παρόντος, κυοφορώντας πάντα τα σημάδια μελλοντικών εικόνων. Ποιητικά σύμβολα γεννημένα στο παρελθόν αναγνωρίζουν καινούρια πάντα μηνύματα. Αδέσμευτα και οικουμενικά τα ποιητικά μηνύματα εξελίσσονται με κάθε ανάγνωση, σε κάθε εποχή, μέσα σε νέες ή διαφορετικές συνθήκες από εκείνες που τον ενέπνευσαν, που επηρέασαν τον οραματιστή της ζωής, τον ποιητή, τον θαμώνα της καρδιάς και της διαλεκτικής σκέψης.
Απευθύνθηκε στην ψυχή του λαού, και γι' αυτό θα χτυπάει πάντα στην καρδιά της Ρωμιοσύνης. Γιατί πόσες φορές δε βαδίσαμε και πόσες φορές δε θα πορευτούμε ακόμη στο ρυθμό των στίχων του Γιάννη Ρίτσου, πόσες φορές δεν ανασάναμε και δε θα ανασάνουμε από την ανάσα του, από την αγωνία του, πόσες φορές δεν πικραθήκαμε ή δε θα πικραθούμε από την πίκρα του και δε θα αντλήσουμε κουράγιο απ' την αστείρευτη πηγή του, απ' το κουράγιο του.
Αφιέρωσε τη ζωή του στο όνειρο της δημοκρατίας και του ανθρώπου. Με την ποίηση του ύμνησε την ομορφιά, το όραμα και τους αγώνες, τους ποτισμένους με αίμα και ιδρώτα. Βασανισμένος στη ζωή του και μεγαλοφυής στην Τέχνη του, στάθηκε γενναίος απέναντι στη μοίρα, για να τη μετατρέψει σε στίχους που θα τον καθιστούσαν αθάνατο.
Η ζωή του στάθηκε πικρή, μια σονάτα στο σεληνόφως. Με έναν πατέρα μεγαλοκτηματία, τον Ελευθέριο Ρίτσο, που θα έχανε όλη του την περιουσία και θα μπαινόβγαινε στα ψυχιατρεία. Με έναν αδελφό, τον Δημήτρη, που πεθαίνει νεότατος από φυματίωση. Με μια μητέρα, από αρχοντική οικογένεια του Γυθείου, που σβήνει κι αυτή από την ίδια ασθένεια (τρεις μήνες έπειτα από τον θάνατο του παιδιού της). Και με μιαν αδελφή που θα μπαινόβγαινε κι εκείνη στα ιδρύματα. «Ο,τι αγάπησα μου το πήρε ο θάνατος και η τρέλα», έγραψε κάποια στιγμή ο Ρίτσος..
Φωνή του λαού και του καιρού του ο Γιάννης Ρίτσος, ο πιο πολυτραγουδισμένος Ελληνας ποιητής, ενέπνευσε δεκάδες μουσικούς δημιουργούς


Σαν αρτεσιανό νερό ξεπήδησε η μελωδία μέσα από την ποίηση του. Ισως γιατί η μελωδία ήδη έρεε μέσα στις φλέβες του έργου του, πολύ πριν οι στίχοι του συναντηθούν με τη μουσική έμπνευση μεγάλων Ελλήνων συνθετών, με πρώτο τον Μίκη Θεοδωράκη.
Φωνή του λαού και του καιρού του, ο Γ. Ρίτσος από το λαό πήρε τα πρώτα του μαθήματα. Παιδί ακόμα στην επαρχία έζησε τα πανηγύρια του αγροτικού κόσμου - «έβλεπα κι άκουγα τα τραγούδια τους, τους καλαματιανούς, τους νησιώτικους, άκουγα και τους τσάμικους και τους χόρευα. Από κει πήρα λοιπόν τα μαθήματα. Κατ΄ ευθείαν από το λαό. Κι από εκεί έμαθα και τη γλώσσα. Δεν μίλησα τη γλώσσα των αριστοκρατών, μίλησα τη γλώσσα του λαού», έλεγε . Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι έγραψε σε δεκαπεντασύλλαβο κορυφαία έργα του, όπως τον «Επιτάφιο» ή τα «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας».
Κι όταν η μεγάλη ποίησή του, ύμνησε τον άνθρωπο, την ομορφιά, την επανάσταση, αγγίζοντας όλες τις χορδές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ενέπνευσε άξιους μουσικούς δημιουργούς, μετουσιώθηκε σε ορμητικό ποτάμι, που πλημμύρισε θέατρα, δρόμους, γήπεδα. Τα μελοποιημένα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου έγιναν λάβαρα αντίστασης, αγώνα, ελπίδας, κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, συντροφεύοντας γενιές και γενιές, ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. «Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ' όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μία στην άλλη, ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι», αναφέρει ο Μ. Θεοδωράκης, που με τη μελοποίηση του «Επιτάφιου» ανοίγει το συναρπαστικό δρόμο της μελοποιημένης ποίησης. Ο ίδιος ο συνθέτης, αναφερόμενος στον «Επιτάφιο» δηλώνει το 1960: «Δεν νομίζω πως υπάρχει μεγαλύτερη δόξα για έναν ποιητή - ακόμα και τον πιο μεγάλο - από το να τραγουδιέται από το λαό».
Η ποίηση για κείνον ήταν πράξη έρωτα, απαραίτητη τροφός, συνοδός, σύντροφος. Εγραφε «από ανάγκη», μένοντας πολύ συχνά ξάγρυπνος, πεινασμένος, διψασμένος, δουλεύοντας δέκα, δώδεκα και μερικές φορές δεκαοκτώ και είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο.
Σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου και εξορίας του ποιητή, στο διάστημα 1945 - 1947 γράφεται η μεγάλη ποιητική σύνθεση «Ρωμιοσύνη». Το σπουδαίο αυτό έργο μελοποιήθηκε από τον Μ. Θεοδωράκη το 1966, μέσα σ' ένα βράδυ στο σπίτι του στη Ν. Σμύρνη, «μονορούφι» όπως ο ίδιος λέει, μετά από άγριο ξυλοδαρμό του από την Αστυνομία. Ο κύκλος τραγουδιών αφιερωμένων στην Εθνική Αντίσταση, όπως «Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό...», «Ολοι διψάνε», «Οταν σφίγγουν το χέρι», «Θα σημάνουν οι καμπάνες», ένωσε για άλλη μια φορά τον Μίκη Θεοδωράκη με την ποιητική δημιουργία του Γιάννη Ρίτσου. «Οταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος έμεινε άφωνος», έλεγε αργότερα ο συνθέτης. Η «Ρωμιοσύνη» γίνεται ο ύμνος της πάλης ενός λαού που σφαδάζει στη δίνη των καιρών, ανάμεσα στις συμπληγάδες της φανερής και μυστικής τρομοκρατίας.
Με τη μεγάλη, σπουδαία ποίησή του τραγούδησε τον άνθρωπο, την ομορφιά, την επανάσταση. Μέσα απ' τη δική του πληγή κοίταξε του κόσμου την πληγή - σφούγγισε το δάκρυ του κόσμου και το έκανε τραγούδι... Για να σμίξει τον κόσμο... Χέρι - χέρι με το λαό μας σήκωσε ο ίδιος το σταυρό του, σε όλους τους τόπους των μαρτυρίων και των βασανιστηρίων. Και έμεινε όρθιος, αλύγιστος, ασυμβίβαστος... Γιατί όλα αυτά που βίωσε στη μακρόχρονη δημιουργική του πορεία ήταν συνειδητή επιλογή ζωής....
Ο αγαπημένος μας Γιάννης Ρίτσος είναι πάντα εδώ... Μέσα από τους στίχους, το ήθος, τις αξίες που δίδαξε. Μέσα από τα τραγούδια - καρποί της γόνιμης συνάντησής του με Ελληνες συνθέτες.
Σειρά τώρα έχουν η εξορία και τα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων. Τον στέλνουν στη Λήμνο, στη Μακρόνησο, στον Αϊ-Στράτη, στη Γιάρο, στην Ικαρία («Ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ' το χώμα/ κ' οι άλλοι μισοί στα σίδερα;» γράφει στη «Ρωμιοσύνη»). Απολύεται στα 1952, έπειτα από τετράχρονη εξορία, επειδή σπουδαίοι διανοούμενοι του εξωτερικού (Πικάσο, Νερούντα, Αραγκόν) ορθώνουν τη φωνή τους. «Πρέπει να τον χαιρετήσουμε και να πούμε πάρα πολύ μεγαλόφωνα πως είναι ένας από τους πιο μεγάλους και τους πιο μοναδικούς ποιητές της εποχής μας», θα έλεγε ο Λουί Αραγκόν.
Και εκείνος ανταποκρίνεται με το σπάνιο σθένος του ποιητή, του οποίου το μοναδικό όπλο είναι οι Αλήθειες του. Γράφει και γράφει και γράφει.
Ο Γ. Ρίτσος έγραψε το «Καπνισμένο Τσουκάλι» το 1948, στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Πολιτικών Κρατουμένων, στο Κοντοπούλι Λήμνου.Οι σκέψεις, τα λόγια του, τα μηνύματά του είναι συγκλονιστικά και πάντα επίκαιρα. Για τον συνθέτη, «ο Γιάννης Ρίτσος, ένα από τα στολίδια του ελληνισμού και της παγκόσμιας ποίησης, είναι ένα σημείο αναφοράς για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, για όσους διαπνέονται από ανθρωπισμό και αξίες...Στην προσωπική μου περίπτωση έχει παίξει σπουδαιότατο ρόλο στο να διαμορφώσω μιαν αντίληψη για τη χρησιμοποίηση της ποίησης στο τραγούδι και μάλιστα στο λαϊκό τραγούδι. Η βοήθειά του υπήρξε μοναδική σε μια περίοδο της ζωής μου όπου μαζί με το λαό προσπαθούσα να εκφράσω τα αισθήματά μου, την αγωνία μου και τον αγώνα μου. Αυτό το στήριγμα το βρήκα στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και συγκεκριμένα στο "Καπνισμένο Τσουκάλι". Τον ευγνωμονώ».
«Αυτά τα κόκκινα σημάδια», «Και να αδερφέ μου», «Τούτες τις μέρες» είναι κάποια από τα τραγούδια που μέχρι σήμερα σκορπούν ρίγη συγκίνησης.
Μέσα σε μια μέρα, στις 16 Σεπτεμβρίου του 1968, στην καρδιά της δικτατορίας, ο εξόριστος Γιάννης Ρίτσος, στο Παρθένι της Λέρου, γράφει τα δεκαέξι από τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας». Είχε προηγηθεί κρυφό μήνυμα του εξόριστου στη Ζάτουνα Μ. Θεοδωράκη, που ήθελε να μελοποιήσει ανέκδοτο έργο του ποιητή. Το χρονικό του έργου περιγράφει ο ίδιος ο Γ. Ρίτσος, το 1973: «Τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, εκτός απ' το 16 και 17, γράφτηκαν σε μια μέρα - στις 16 του Σεπτέμβρη του 1968 - στο Παρθένι της Λέρου, ύστερ' από μήνυμα του Μίκη Θεοδωράκη με την παράκληση να μελοποιήσει κάτι δικό μου ανέκδοτο.
Ποιητής ήταν και όταν δεν έγραφε. Παρατηρούσε, σε θέση μάχης πάντα και ποτέ σε θέση ανάπαυσης, μήπως και χάσει το απειροελάχιστο χρώμα από τα πράγματα. Εκανε ατέρμονους αγώνες δρόμου, για να αιχμαλωτίσει τη στιγμή, λαχταρούσε μη και δεν την αθανατίσει. Μέσω της ποίησης, προσελάμβανε τα πάντα, μέσω αυτής ήθελε και να τα μοιράζεται.
Εγραφε καθημερινά με μια αντοχή κι εργατικότητα που σε αφήνουν κατάπληκτο. Αφησε πάνω από 120 ποιητικές συλλογές, τη σειρά πεζογραφημάτων με τίτλο Συναξάρι ανωνύμων αγίων, ταξιδιωτικά κείμενα κι ένα πλήθος εξαίρετων μεταφράσεων που καθιέρωσαν στη χώρα μας ποιητές πρώτης γραμμής, από τον Μαγιακόβσκι και τον Μπλοκ ως τον Γιεσένιν και τον Ναζίμ Χικμέτ. Και όλα τούτα τα δημιούργησε με ασύγκριτη επιμονή και με μπαλζακικό πάθος.
Το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο μέρος του έργου του ο Γιάννης Ρίτσος μάς το έδωσε τις δεκαετίες του '50, του '60 και του '70, που θα πρέπει να θεωρηθούν ως περίοδος της εκφραστικής του ολοκλήρωσης, στις οποίες διευρύνεται η θεματογραφία του, διαμορφώνεται το ύφος του, που θα παραμείνει λίγο πολύ σταθερό ως τα τελευταία του βιβλία.
Εμεινε περήφανος και ασυμβίβαστος έως το τέλος, τότε που ατένιζε το σεληνόφως μέσα από το βλέμμα ενός κουρασμένου αλλά πάντα γοητευτικού άντρα. Τελικά, η αχλύ του θανάτου τον τύλιξε στα 79 του χρόνια, έπειτα από μια σφοδρή καταδίωξη δεκαετιών. Στις αποσκευές του για την τελευταία και μόνιμη εξορία, είχε ένα «Βραβείο Λένιν», το παράσημο της Ιταλικής Δημοκρατίας, καθώς και τις κάρτες μέλους των περισσότερων Διεθνών Ακαδημιών του κόσμου (φυσικά, όχι της ελληνικής). Τα ποιήματα του τα άφησε στις επόμενες γενιές για να ακτινοβολούν τον ύμνο στον Άνθρωπο. Έναν τέτοιον ύμνο στον άνθρωπο Ρίτσο, θα συνέθετε και ο Μάνος Κατράκης μέσα από τις κοινές τους μνήμες από τη Μακρόνησο. «Ήμασταν στην ίδια σκηνή», θα εκμυστηρευόταν ο σπουδαίος ηθοποιός. «Ξύπναγε το πρωί, πριν από όλους. Έκανε έτσι με το ένα χέρι και άρπαζε το κοντύλι. Με το άλλο άρπαζε το τεφτέρι. Ανασηκωνότανε λιγάκι κι άρχιζε να γράφει, να γράφει, να σκίζει, να πετάει, να φυλάει, να γράφει. Δεν ήθελε να φάει τίποτα. Από τις πέντε το πρωί, κάθε μέρα. Πού τα 'βρισκε, τι έγραφε, δεν μπορώ να καταλάβω».
O Γιάννης Ρίτσος δίκαια μπορεί να θεωρείται ένας από τους πολυγραφότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Ακούραστος δουλευτής, άφησε πίσω του ένα τεράστιο καλλιτεχνικό έργο, ένα μέρος μόνο του οποίου μπορεί κανείς να αποδώσει σε ένα τέτοιο αφιέρωμα. To έργο του αποτελείται από πάνω από 100 ποιητικές συλλογές, αλλά και δεκάδες θεατρικά, πεζά ακόμα και σκίτσα και εικαστικά. Κάθε ένα από αυτά τα έργα το δούλεψε με την αγάπη, το μεράκι και την καλλιτεχνική ευφυΐα που μόνο εκείνος διέθετε.
Βράδυ, 9.25' ήταν, στις 11 του Νοέμβρη του 1990, που «μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές», γιατί λύγιζε κι έγειρε στη γη ο μέγας «κέδρος» της ελληνικής ποίησης στον 20ό αιώνα. Ο μυριάκριβος, εσαεί αναντικατάστατος, Γιάννης Ρίτσος. Ο πόνος αυτής της απώλειας δε λησμονιέται. Κι ας πέρασαν 19 χρόνια από εκείνο το βράδυ. Γιατί δε γίνεται να σβήσει από την καρδιά και τη μνήμη μας ο άνθρωπος, ο αγωνιστής, Ρίτσος. Κι ούτε γίνεται να υποσταλεί η περηφάνια και η ευγνωμοσύνη των νεότερων γενεών συντρόφων του για το παράδειγμα της ζωής του και της δημιουργίας του, που συνοψίζεται εκπληκτικά σ' αυτούς τους στίχους: «Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη/ την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση. Ολη σου τη σιωπή την είπε η ποίηση».
«Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
…έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει».
Εφόσον οι παραπάνω στίχοι έχουν τη δύναμη να μου φέρνουν δάκρια στα μάτια,
δε χρειάζεται να προσθέσω τίποτε περισσότερο.
Ο ποιητής νίκησε στον αιώνα των αιώνων……….
Τραγούδια που ακουστήκαν στη Γιορτή.
ΡΙΤΣΟΣ Γ. (Ρωμιοσύνη) Μ.Θεοδωράκη ΟΤΑΝ ΣΦΙΓΓΟΥΝ ΤΟ ΧΕΡΙ, ΘΑ ΣΗΜΑΝΟΥΝ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ
ΡΙΤΣΟΣ Γ. (18 Λιανοτράγουδα) Μ.Θεοδωράκη ΚΟΥΒΕΝΤΑ Μ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ, ΛΑΟΣ
ΡΙΤΣΟΣ Γ. (Καπνισμένο τσουκάλι) Χρ.Λεοντή ΤΟΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ, ΚΑΙ ΝΑ ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ
ΡΙΤΣΟΣ Γ. (Επιτάφιος-Επιφάνια) Μ.Θεοδωράκη ΜΕΡΑ ΜΑΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΛΕΨΕΣ ΑΣΤΕΡΙ ΜΟΥ
«Tο αφιέρωμα πραγματοποιήθηκε, όχι μόνο από χρέος στη μνήμη του γίγαντα ποιητή, αλλά επειδή θεωρούμε ότι το λογοτεχνικό έργο όσο και οι κοινωνικοί και πατριωτικοί του αγώνες αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για τη χώρα μας που ενέπνευσε και συγκίνησε γενιές και γενιές Ελλήνων και εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να μιλάει στις καρδιές των ανθρώπων και να εμπνέει»
Την επιμέλεια και την οργάνωση της Εκδήλωσης είχε ο Νασιόπουλος Αποστόλης με τη χορηγία του Δήμου Δεσκάτης.
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο Δήμαρχος Δεσκάτης Κ. Νίκος Μίγκος, ο Αντιδήμαρχος Κ. Παπαντώνης Γεώργιος , ο Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου και Λυκειάρχης Κ. Καψάλης Τηλέμαχος, ο Πρόεδρος του ΕΜΟΔ Κ.Μιχίδης Χρήστος, ο Πρόεδρος και Γραμματέας του Συνδέσμου Φιλολόγων Κ. Πετκανάς Γιάννης και Πουρνάρας Στέργιος , Διευθυντές σχολείων και Φορέων και πλήθος από Δεσκατιώτες.
Μετά το τέλος της εκδήλωσης έγινε προς τιμή των συντελεστών τραπέζι που κατέληξε σε τρικούβερτο γλέντι αφού μαθητές, καθηγητές και οι υπόλοιποι τραγούδησαν και χόρεψαν με τη συνοδεία της κρητικής λύρας , του κλαρίνου και του τραγουδιού του γραμματέα του Συνδέσμου Φιλολόγων Πουρνάρα Στέργιου και τα μπουζούκια των συμπατριωτών μας Παπαδόπουλου Νίκου και Φάκα Κώστα.
Ας ελπίσουμε ότι αυτό θα αποτελέσει την αρχή για να συνεχιστούν να γίνονται τέτοιες εκδηλώσεις στη Δεσκάτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου