Ο ΚΑΙΡΟΣ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΓΩΝΙΑ –Νασιόπουλος Απόστολος

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ 2013 ΙΣΤΟΡΙΑ





 
ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ' ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 24 ΜΑΪΟΥ 2013 - ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
(Οι απαντήσεις θεωρούνται ενδεικτικές. Οι μαθητές μπορούν να συνθέσουν τις ιδέες και να απαντήσουν στις ερωτήσεις.)
ΟΜΑΔΑ ΠΡΩΤΗ
ΘΕΜΑ Α1
α. Πολιτοφυλακή της Κρήτης: σχολ. βιβλ. σελ. 216 (Το πιο σημαντικό είναι ότι οργανώθηκε ... 1912-1913). [Μπορεί να προστεθεί και από τη σελ. 215 Το οριστικό κείμενο ... εσωτερικής γαλήνης στην Κρήτη]. β. Κοινωνιολογική Εταιρεία: σχολ. βιβλ. σελ. 93 (Σοβαρότερη από όλες αυτές... Παπαναστασίου).
γ. Συνθήκη του Νεϊγύ: σχολ. βιβλ. σελ. 140 (Το Νοέμβριο του 1919 ... πριν από την υπογραφή της συνθήκης).
ΘΕΜΑ Α2
α^ 4, γ^1, δ^5, ε^3, ζ^2
 ΘΕΜΑ Β1
Σχολ. βιβλ. σελ. 85-86: «Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος ... και περιορισμό της γραφειοκρατίας».
ΘΕΜΑ Β2
Σχολ. βιβλ. σελ. 250: «Στην Ευρώπη πρωτεργάτης ... Σοβιετικής Ένωσης».
ΟΜΑΔΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
Οι μαθητές για τις απαντήσεις τους πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα παρακάτω στοιχεία από το σχολικό βιβλίο και τα ιστορικά παραθέματα:
α) Σχολ. βιβλ. σελ. 43 «Τα «τσιφλίκια» της Θεσσαλίας αγοράστηκαν από πλούσιους Έλληνες του εξωτερικού οι οποίοι, πέρα από το γεγονός ότι διατήρησαν τον αναχρονιστικό θεσμό των κολίγων, άσκησαν πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις για να κερδοσκοπήσουν από την παραγωγή του σιταριού. Επιδίωξαν δηλαδή την επιβολή υψηλών δασμών στο εισαγόμενο από τη Ρωσία σιτάρι, ώστε να μπορούν να καθορίζουν όσο το δυνατόν υψηλότερες τιμές για το εγχώριο, προκαλώντας μάλιστα μερικές φορές και τεχνητές ελλείψεις.» Στοιχεία ιστορικού παραθέματος: (Κείμενο Α)
         Οι Έλληνες αγοραστές της γης εμφανίζονται πιο απαιτητικοί από τους πρώην κατόχους (Τούρκους) καθώς εκβιάζουν τους καλλιεργητές να πληρώνουν ενοίκιο για τις κατοικίες στις οποίες διέμεναν πριν ακόμη μεταβιβαστούν στους ίδιους και τις οποίες οι καλλιεργητές θεωρούσαν δικές τους. Στις αιτιάσεις των καλλιεργητών απαντούσαν με τα έγγραφα της αγοραπωλησίας από τα οποία προέκυπτε ότι και οι κατοικίες μεταβιβάστηκαν στον νέο κάτοχο της γης.
β) Σχολ. βιβλ. σελ. 81 «Στα εδάφη της Θεσσαλίας, στα οποία κυριαρχούσε η μεγάλη ιδιοκτησία, οι τρικουπικοί υποστήριζαν τους μεγαλογαιοκτήμονες, ενώ οι δηλιγιαννικοί προσπάθησαν, χωρίς τελικά να το κατορθώσουν, να χορηγήσουν γη στους αγρότες και έλαβαν κάποια μέτρα για τη βελτίωση της θέσης τους.» Στοιχεία ιστορικού παραθέματος: (Κείμενο Β)
         Ο Τρικούπης με λόγο του στη Βουλή, επιβεβαιώνοντας τη θέση του υπέρ των μεγαλογαιοκτημόνων, δήλωσε πως αν προχωρήσει στην αναδιανομή κτημάτων στους μικροκαλλιεργητές θα εκδιωχθούν οι επενδύσεις των Ελλήνων του εξωτερικού, γεγονός που είναι αντίθετο με την τακτική προσέλκυσης των κεφαλαίων αυτών από την ελληνική κυβέρνηση.
         Ο Δηλιγιάννης το 1896 με νόμο που προσπάθησε να περάσει στη Βουλή πρότεινε την απαλλοτρίωση ενός μέρους των τσιφλικιών προκειμένου να ευνοηθούν οι καλλιεργητές της γης. Ο νόμος αυτός ήταν και η πρώτη αναγνώριση του «Θεσσαλικού προβλήματος».
γ) Σχολ. βιβλ. σελ. 43 «Οι πρακτικές αυτές δημιούργησαν εντάσεις και οδήγησαν στην ψήφιση νόμων το 1907, οι οποίοι επέτρεπαν στην εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση να απαλλοτριώνει μεγάλες ιδιοκτησίες, ώστε να μπορεί να τις διανέμει σε ακτήμονες. Η εφαρμογή τους αποδείχθηκε δύσκολη υπόθεση και οι τριβές που προκλήθηκαν προκάλεσαν συγκρούσεις, η πιο σημαντική από τις οποίες έγινε στο χωριό Κιλελέρ (1910).»
Στοιχεία ιστορικού παραθέματος: (Κείμενο Γ)
          (Προβλήματα) Οι κολίγοι (Πανθεσσαλική Επιτροπή Αγώνα) με υπόμνημά τους στο βασιλιά Γεώργιο Α' γνωστοποιούν τα προβλήματά τους:
·        Δεν είναι κύριοι της γης και της οικίας στην οποία διαμένουν, δεν τους δίνεται το δικαίωμα ελεύθερα να αποκτήσουν ιδιοκτησία, εξωθούνται από τις κατοικίες τους με την κινητή περιουσία τους και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους προσομοιάζοντας τους εαυτούς τους με Αθίγγανους.
·         Μειώνεται ο γεωργικός πληθυσμός και οπισθοδρομεί η γεωργία
·        Η τοκογλυφία ανθεί
·         Η ελονοσία προσβάλλει τον πληθυσμό
          (Διεκδικήσεις) Όπως και στην περίπτωση της Δανίας επιδιώκεται κατάργηση της δουλοπαροικίας και αναγνώριση της ελευθερίας τους (κατάργηση του θεσμού των κολίγων)
α) Σχολ. βιβλ. σελ. 157-159 «Την αστική αποκατάσταση ανέλαβε περισσότερο το κράτος και λιγότερο η ΕΑΠ, η οποία πρόσφερε οικονομική βοήθεια σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων, οικοτεχνικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων (όπως η ταπητουργία). Σε αντίθεση με την αγροτική αποκατάσταση, η αστική περιλάμβανε μόνο στέγαση και όχι πρόνοια για εύρεση εργασίας. Η αστική στέγαση συνάντησε περισσότερα εμπόδια από την αγροτική. Ο αριθμός των προσφύγων ήταν μεγάλος, τα ανταλλάξιμα (μουσουλμανικά) σπίτια στις πόλεις ήταν λίγα και τα οικιστικά προγράμματα του κράτους καθυστερούσαν, λόγω των πολιτικών ανωμαλιών και της κακής οικονομικής κατάστασης κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Πρόβλημα επίσης αποτελούσε η περιπλάνηση των αστών προσφύγων από πόλη σε πόλη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι περισσότεροι πρόσφυγες στις πόλεις τα πρώτα χρόνια εργάζονταν περιστασιακά, είτε κάνοντας «μεροκάματα» στις οικοδομές, σε εργοστάσια και βιοτεχνίες, είτε ως πλανόδιοι μικροπωλητές και μικροκαταστηματάρχες.
Άλλοι δούλεψαν ως ναυτεργάτες και εργάτες σε δημόσια έργα στις πόλεις ή στην ύπαιθρο (αρδευτικά και αποστραγγιστικά έργα, διάνοιξη δρόμων, κατασκευή ή επέκταση λιμανιών κ.ά.).
Η αστική στέγαση ξεκίνησε από την Αθήνα με τη δημιουργία τεσσάρων συνοικισμών: της Καισαριανής, του Βύρωνα, της Νέας Ιωνίας στην Αθήνα και της Κοκκινιάς στον Πειραιά. Για τη στέγαση των αστών προσφύγων υιοθετήθηκε η δημιουργία συνοικισμών με επέκταση των πόλεων στις οποίες αυτοί ήταν προσωρινά εγκατεστημένοι. Προκρίθηκε -εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις το σύστημα της ανέγερσης μικρών κατοικιών, μονοκατοικιών/ διπλοκατοικιών/ τετρακατοικιών, μονοώροφων ή διώροφων, με ένα ή δύο δωμάτια, κουζίνα και τους αναγκαίους βοηθητικούς χώρους. Το κράτος ή η ΕΑΠ ανέθεταν την ανέγερση των συνοικισμών σε εργολάβους ή φρόντιζαν να εφοδιάζουν τους πρόσφυγες με τα απαραίτητα μέσα για να κατασκευάσουν οι ίδιοι τα σπίτια τους. Η οικοδόμηση των συνοικισμών, ελλείψει χρόνου και χρημάτων, συχνά δεν συνδυαζόταν με έργα υποδομής (ύδρευση, αποχετευτικό σύστημα, οδικό δίκτυο, χώροι πράσινου κ.ά.). Παρά την ομοιομορφία που επικρατούσε, υπήρχε ελαφρά διαφοροποίηση των κατοικιών του ενός συνοικισμού από τις κατοικίες του άλλου, ως προς το εμβαδόν, την ποιότητα κατασκευής και τη λειτουργικότητα. Ιδρύθηκαν ακόμη προσφυγικοί οικοδομικοί συνεταιρισμοί και χορηγήθηκαν άτοκα δάνεια σε προσφυγικές οικογένειες για τη στέγαση τους.»
Στοιχεία ιστορικού παραθέματος:
(Κείμενο Α)
         Ιδιαίτερα στην περιοχή της Καισαριανής η κατάσταση που επικρατούσε ήταν θλιβερή καθώς υπήρχε ένα σκηνικό εγκατάλειψης και τραγικές συνθήκες ζωής. Ο καθαρός αέρας αποτελούσε το μοναδικό παρήγορο στοιχείο που καθιστούσε τη ζωή στο συνοικισμό ανεκτή.
         Στη συνέχεια κατασκευάστηκαν 500 πρόχειρες ξύλινες κατασκευές και 1000 πλινθόκτιστα δωμάτια. Η ΕΑΠ φρόντισε αργότερα για τη βελτίωση της θέσης των προσφύγων με την κατασκευή 350 σπιτιών διαφορετικών τύπων.
         Πρέπει να επισημανθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δύο οικογένειες κατοικούσαν σε ένα μικρό, ξύλινο σπιτάκι με αποτέλεσμα να δυσκολεύουν αρκετά οι συνθήκες ζωής.
         Συγκεκριμένα, η υδροδότηση πραγματοποιούνταν με βυτία του δήμου και σε περίπτωση επιπρόσθετης ανάγκης το νερό το προμήθευαν οι κατά τόπους υδροπώλες, οι οποίοι και το εμπορεύονταν. Ακόμη, η έλλειψη αποχετευτικού δικτύου άφηνε εκτεθειμένα τα σκουπίδια και ακαθαρσίες που παρασύρονταν από το ρεύμα.
β) Σχολ. βιβλ. σελ. 159 «Υπήρχαν βέβαια και οι εύποροι πρόσφυγες, που είχαν την οικονομική δυνατότητα να φροντίσουν μόνοι τους για τη στέγαση τους. Αυτοί στην αρχή ήταν σε θέση να νοικιάσουν ή να αγοράσουν κατοικίες μέσα στις πόλεις και έτσι να αναμειχθούν με τους γηγενείς. Αργότερα ανέλαβαν οι ίδιοι πρωτοβουλίες για την ίδρυση οικισμών. Η διαδικασία ήταν η ακόλουθη: ίδρυαν έναν οικοδομικό συνεταιρισμό, αγόραζαν μία έκταση σε προνομιούχο περιοχή και οικοδομούσαν αστικές κατοικίες καλής ποιότητας. Τέτοιοι οικισμοί ήταν η Νέα Σμύρνη στην Αθήνα και η Καλλίπολη στον Πειραιά. Στο αντίθετο άκρο βρίσκονταν οι άποροι πρόσφυγες που δεν είχαν κατορθώσει να αποκατασταθούν ακόμη. Εγκαταστάθηκαν σε καλύβες, χαμόσπιτα και άλλες πρόχειρες κατασκευές στις παρυφές παλαιών οικισμών, ή δημιούργησαν παραγκουπόλεις γύρω από τους προσφυγικούς συνοικισμούς. Έτσι, σε άθλιες συνθήκες, επρόκειτο να ζήσουν για πολλά χρόνια.»
Στοιχεία ιστορικών παραθεμάτων:
          Για τους εύπορους πρόσφυγες (Κείμενο Β)
 o Ήταν σαφώς λιγότεροι από το σύνολο
o Το κράτος βοηθούσε τη διαδικασία αναλαμβάνοντας τα έργα υποδομής. Τέτοιοι οικισμοί ήταν και η Νέα Καλλικράτεια στο νότιο άκρο της Πειραϊκής. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Νέας Σμύρνης. Κάποιοι πρόσφυγες από τη Σμύρνη οργανώνονται το 1923, απαλλοτριώνουν την περιοχή ανατολικά της λεωφόρου Συγγρού και ξεκινούν το 1925 την οικοδόμηση σύμφωνα με το σχέδιο Καλλιγά που προέβλεπε πλατύτερους δρόμους.
          Για τους άπορους πρόσφυγες (Κείμενο Γ)
o όπως στην περίπτωση χωριών στα προάστια της Θεσσαλονίκης
o Σ' αυτήν την περίπτωση δόθηκε στέγη σε τετρακόσιες οικογένειες, δηλαδή σε περισσότερο από δύο χιλιάδες άτομα. Οι καλύβες ήταν ασφυκτικές και με προβληματικό αερισμό αλλά και υγρασία το χειμώνα. Το καλοκαίρι η ζέστη ήταν αφόρητη λόγω της πρόχειρης κατασκευής των κατοικιών (τσίγκινες στέγες). Παρά την προχειρότητά τους, οι κατασκευές αποτελούσαν ένα στοιχειώδες κατάλυμα για τα κατώτερα τμήματα του πληθυσμού                                      oefe

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2013





Α1.
Προβάλλεται η μοναδικότητα του ήχου (βλ. υποσημείωση του σχολικού βιβλίου).
Σημαντικό στοιχείο είναι η λεπτότητα του ήχου (μεταφορικός χαρακτηρισμός).
Η ερμηνεία του στίχου είναι διττή: α) ο ήχος δεν περιείχε λόγια β) δεν υπάρχουν λόγια να τον περιγράψει κανείς. Η δεύτερη ερμηνεία ίσως εξηγεί γιατί μένει ημιτελής ο στίχος και σβήνει στη σιωπή». (Π. Μάκριτζ). Ούτως ή άλλως, ένα επίσης
Επίσης, διττή η ερμηνεία του στίχου: α) ο αντίλαλος (προσωποποίηση) δεν επρόκειτο να επαναλάβει τον ήχο. Πειστική είναι το σχόλιο του Π. Μάκριτζ: «Επειδή ο ήχος είναι υπερφυσικός, δεν υπάρχει ηχώ». β) σύμφωνα με το σχολικό βιβλίο το «κοντά του» σημαίνει «συνοδευτικά, ως συνοδεία» και επομένως πρέπει να σκεφτούμε ότι ο ήχος παρουσιάζεται χωρίς συνοδεία ή ως μουσική μονοφωνική.
Απροσδιόριστη είναι η πηγή του ήχου. Δεν μπορεί να εξηγηθεί για ποιο λόγο στους στ. 47­49 (μόνο σ' αυτούς) ο ήχος μεταφέρεται στον πληθυντικό (έρχονται..., γιομίζαν..., Γλυκύτατοι, άνεκδιήγητοι). Ίσως να αποδίδεται με τον τρόπο αυτό η σύγχυση του Κρητικού, καθώς ο ήχος τον έχει μαγέψει. Ανάλογη θα μπορούσε να θεωρηθεί και η λειτουργία του υπερβατού σχήματος (Άν είν' ... κοντά).
Ο ήχος γεμίζοντας τον αέρα ευωδιές, προβάλλεται ως πλούσιος. Η παρομοίωση και η οσφρητική εικόνα αποδίδει το άρωμα του μουσικού εκείνου ήχου. «Ο Σολωμός αναμφίβολα είχε συνείδηση της τυχαίας ομοιότητας ανάμεσα στις λέξεις Μαΐου και μάγια» Π. Μάκριτζ.
Η μεταφορά που συνιστά ο υπερθετικός βαθμός του επιθέτου 'Γλυκύτατοι' δηλώνει πόσο ευχάριστος είναι ο ήχος, ενώ προβάλλεται και πάλι η μοναδικότητά του με το επίθετο 'άνεκδιήγητοι'.
Ο ήχος έχει καταλυτική δύναμη. Αυτό το γνώρισμα του ήχου δίνεται με παρομοίωση (παρομοιάζεται ως προς την καταλυτική του δύναμη με τον Έρωτα και με τον Χάρο, από των οποίων τη δύναμη δεν μπορεί να ξεφύγει κανένας). Μάλιστα στην παρομοίωση ενυπάρχει μια σύγκριση υπεροχής της δύναμης του ήχου (η δύναμη του Έρωτα και του Χάρου μόλις που πλησίαζαν τη δύναμη του ήχου).
Ο Έρωτας και ο Χάρος είναι οι δύο νοητές μορφές οι οποίες συσχετίζονται με την αγαπημένη του Κρητικού: ο Έρωτας για την κόρη είναι αυτός που κυρίευσε την ψυχή του και ο Χάρος είναι αυτός που πήρε την αγαπημένη. «Η σύζευξη του Έρωτα με το Χάρο, στοιχείο της Ορφικής και Ελευσίνειας λατρείας (εκεί Διόνυσος - Αδης είναι η διπλή όψη του ίδιου του μυθικού συμβόλου), μας δίνει δύο γνωστές και ομοειδείς εκδηλώσεις του ίδιου καταλυτικού ενστίκτου, που ερεθίζει μέσα στην ψυχή του Κρητικού ο «γλυκύτατος ήχος» (Ε. Γ. Καψωμένος).
Ο ήχος προσωποποιείται στο πλαίσιο της κινητικής εικόνας που προσδίδει δραματικότητα στην αφήγηση. Χαρακτηριστική είναι η χρήση του ρήματος «αδράχνω», που έχει πολύ έντονη σημασία (= πιάνω ή παίρνω κάτι με βία και δύναμη) και μάλιστα επαναλαμβάνεται (στ. 53).
Ο απόκοσμος ήχος φαίνεται να συναρπάζει τόσο πολύ το ναυαγό, ώστε αυτός να μην μπορεί να προσηλωθεί σε όσα είχε καθήκον να κάνει εκείνες τις δύσκολες στιγμές: δεν είχε μυαλό να σκεφτεί τον ουρανό, που έστελνε τις καταιγίδες, τη θάλασσα, με την οποία είναι αναγκασμένος να παλέψει, την ακρογιαλιά, όπου έπρεπε να φτάσει, και την κόρη, που είχε χρέος να τη σώσει. Όλα αυτά παρουσιάζονται εκφραστικά πιο έντονα με το πολυσύνδετο και με το σχήμα της συσσώρευσης.
Η μαγεία πολλές φορές εκείνος τον έκανε να επιδιώξει να βρει ένα τρόπο, για να αποχωριστεί τη σάρκα του (συνεκδοχή: το σώμα) κι έτσι η ψυχή του ελεύθερη να πάει κοντά στον ήχο. Αυτό πιο απλά σημαίνει ότι ήθελε να πεθάνει, ώστε να ακολουθήσει σε κάποιον ιδεατό χώρο τον απόκοσμο και μαγευτικό ήχο.
Το χωρίο αυτό μας παραπέμπει στην πλατωνική και χριστιανική δυϊστική αντίληψη για τον κόσμο (ψεύτικος επίγειος - ουράνιος αληθινός κόσμος) και για τον άνθρωπο (φθαρτό σώμα - αθάνατη ψυχή), την οποία ασπαζόταν ο Σολωμός (βλ. σημείωση σχολικού βιβλίου).
Ο ναυαγός και ο ήχος θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με τον Οδυσσέα και με το τραγούδι των Σειρήνων.
Αυτό λοιπόν που τάραζε τον Κρητικό ήταν η υποδούλωση της πατρίδας του και η ελπίδα για ελευθερία. Την εποχή κατά την οποία γράφτηκε το έργο (1833-1834) η Κρήτη, όπως και πολλές άλλες περιοχές του Ελληνισμού, βρισκόταν ακόμα κάτω από τον ζυγό της οθωμανικής (και όχι μόνο) σκλαβιάς.
Η συνεκδοχή («ετάραζε τά σπλάχνα μου» αντί «την ψυχή μου») υπογραμμίζει τα συναισθήματα του Κρητικού.
Για τον στίχο αυτό ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος γράφει: «νομίζω πως είναι ο εθνικότερος, ο πατριωτικότερος δεκαπεντασύλλαβος που υπάρχει στη νεότερη ποίησή μας».

Στο πλαίσιο της συγκινησιακής φόρτισης που του δημιουργούσε η μουσική από το σουραύλι, προσφωνούσε φωναχτά τη πατρίδα του. Η μεταφορά (θεϊκιά... Πατρίδα) δηλώνει την αγάπη του αφηγητή, η οποία είναι τόσο μεγάλη ώστε να φτάσει στο σημείο να τη θεοποιεί, ενώ η εικόνα της προσωποποιημένης καταματωμένης Πατρίδας υποδηλώνει τους νεκρούς που έπεσαν στους αγώνες για την ελευθερία της.
Καθώς ο έφηβος Κρητικός φανταζόταν την προσωποποιημένη πατρίδα, άπλωνε τα χέρια του προς αυτή κλαίγοντας για τη σκλαβιά της αλλά περήφανος γι' αυτήν. Παρατηρούμε τη χιαστή αντιστοιχία με τον προηγούμενο στίχο:
                                                                θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα


κλαίοντας κατ' αύτή τά χέρια μέ καμάρι
Ο αφηγητής εκφράζει την αξία της πατρίδας και δηλώνει την αγάπη του γι' αυτήν: τα εδάφη και το τοπίο της είναι καλά και αγαπητά (και ας είναι πετρώδη με λιγοστή, φτωχή βλάστηση). Πρόκειται για μια αγάπη ανιδιοτελή, αφού ούτε τα υλικά αγαθα ούτε τα αισθητικά κριτήρια μπορούν να την καθορίσουν.
Για τον στίχο αυτό ο Λ. Πολίτης σημειώνει: «Ένας στίχος που ο Σολωμός φαίνεται να του δίνει πολύ βάρος και τον γράφει και τον ξαναγράφει πολλές φορές, και σχεδόν πάντοτε τον ίδιο, με ελαφρές μόνο παραλλαγές, είναι αυτός που χρησιμοποίησε στον Κρητικό πρώτα, αλλά και στους Ελεύθερους Πολιορκημένους ύστερα, για την πατρική γη. Για τον άνθρωπο που αναθυμάται με λαχτάρα τη μητρική γη (ή που είναι έτοιμος να πεθάνει γι' αυτήν), ακόμα και τα πιο ταπεινά και άσχημα, η μαύρη πέτρα, το ξερό χορτάρι, παίρνουν μια άλλη όψη· η σχέση αγάπης του ανθρώπου προς τη μητρική γη, ανάλογη με το φυσικό δεσμό του παιδιού προς τη μητέρα και της μητέρας προς το παιδί, μεταμορφώνει την υφή και το χρώμα των πραγμάτων: η μαύρη πέτρα δεν είναι πια μαύρη ούτε και το χορτάρι ξερό· για τη μυστική αυτή αλλαγή και μεταμόρφωση ο ποιητής χρησιμοποίησε την απλή λέξη «καλή». Οποιαδήποτε άλλη, εξωτερικά περισσότερο «φανταχτερή», θα ήταν δίπλα της πολύ φτωχή».
Για το περιεχόμενο του ίδιου στίχου γράφει ο Ε. Γ. Καψωμένος: «Το θέμα αυτό επανέρχεται επίμονα στα κείμενα του Σολωμού, για μια εικοσαετία περίπου (1833 ως το 1851). Έχει 31 παραλλαγές [...] Η ίδια η διατύπωση είναι απλή κι επιγραμματική: δύο υποκείμενα με τους προσδιορισμούς τους (μαύρη πέτρα - τό ξερό χορτάρι), ισόρροπα κατανεμημένα στα δύο ημιστίχια του 15σύλλαβου. [...] Είναι, τέλος, οι διακειμενικές συναρτήσεις με το πρώιμο σολωμικό επίγραμμα Ή καταστροφή των Ψαρών' (1825) [...]: ολόμαυρη ράχη - λίγα χορτάρια - έρημη γη».
Το ερωτικό τραγούδι του κοριτσιού τοποθετείται μέσα σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, που αποδίδεται με μια εικόνα πλούσια σε σχήματα λόγου, τα οποία με τη σειρά τους καθιστούν το λόγο λυρικό. Η παρουσία της φύσης είναι πληθωρική, με στοιχεία της οποίας «συνομιλεί» η κόρη (σκηνή που απαντά συχνά στα δημοτικά τραγούδια). Στους στίχους αυτούς διαμορφώνεται μια σύνθετη εικόνα που λειτουργεί υποβλητικά καθώς έχει στοιχεία οπτικά (τα δάση, το άστρο, τα νερά που θολώνουν), ακουστικά (κορασιάς φωνή, τραγουδάει), οσφρητικά (το λουλούδι) και κινητικά (λυγάει).
Ο ήχος έχει καταλυτική δύναμη. Αυτό το γνώρισμα του ήχου δίνεται με παρομοίωση (παρομοιάζεται ως προς την καταλυτική του δύναμη με τον Έρωτα και με τον Χάρο, από των οποίων τη δύναμη δεν μπορεί να ξεφύγει κανένας). Μάλιστα στην παρομοίωση
ενυπάρχει μια σύγκριση υπεροχής της δύναμης του ήχου (η δύναμη του Έρωτα και του Χάρου μόλις που πλησίαζαν τη δύναμη του ήχου).
Ο Έρωτας και ο Χάρος είναι οι δύο νοητές μορφές οι οποίες συσχετίζονται με την αγαπημένη του Κρητικού: ο Έρωτας για την κόρη είναι αυτός που κυρίευσε την ψυχή του και ο Χάρος είναι αυτός που πήρε την αγαπημένη. «Η σύζευξη του Έρωτα με το Χάρο, στοιχείο της Ορφικής και Ελευσίνειας λατρείας (εκεί Διόνυσος - Αδης είναι η διπλή όψη του ίδιου του μυθικού συμβόλου), μας δίνει δύο γνωστές και ομοειδείς εκδηλώσεις του ίδιου καταλυτικού ενστίκτου, που ερεθίζει μέσα στην ψυχή του Κρητικού ο «γλυκύτατος ήχος» (Ε. Γ. Καψωμένος).
Ο Π. Μάκριτζ κάνει τις ακόλουθες εύστοχες και διεισδυτικές παρατηρήσεις για τους δύο τελευταίους στίχους του ποιήματος: «Στα ελληνικά μοιρολόγια (κι εννοείται στα ελληνικά έθιμα της κήδευσης) όποιοι πεθαίνουν ανύπαντροι θεωρούνται αρραβωνιασμένοι με το Χάρο. Έχει διατυπωθεί ήδη η υπόθεση ότι η κόρη στον Κρητικό αρραβωνιάστηκε το Χάρο, κι αυτή η ιδέα ενισχύεται από τη διαδοχή των λέξεων-κλειδιών στην τελευταία στροφή του ποιήματος: άρραβωνιασμένη - χαρά - πεθαμένη. Εφόσον, η λέξη «χαρά» συχνά χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή καθομιλουμένη των Ελλήνων, και στα δημοτικά τραγούδια, με τη σημασία «γάμος» μπορούμε να δούμε εδώ μια πρόοδο από τη μνηστεία στην παντρειά, κι ευθύς-μετά στο θάνατο. Η ομοιότητα μεταξύ των λέξεων χαρά και «Χάρος» έδωσε συχνά την ευκαιρία πικρών λογοπαιγνίων σε δημώδη ελληνικά άσματα».
Το ποίημα αρχίζει με το «ακρογιάλι», που βρισκόταν ακόμα μακριά (πρώτος στίχος: Έκοίταα, κι ήτανε μακριά άκόμη τ' άκρογιάλι). Αλλά και στο τέλος του ποιήματος γίνεται και πάλι λόγος για το ακρογιάλι (προτελευταίος στίχος: Και τέλος φθάνω στό γιαλό τήν άρραβωνιασμένη). Έτσι η αφήγηση, που ανοίγει και κλείνει με το ίδιο σκηνικό στοιχείο, ακολουθεί το σχήμα του κύκλου.
-        μεταφορές (σέρνει τή λαλιά στ. 29, άντιβουΐζει... άπό πολλή γλυκάδα στ. 31, έλιωσαν τ' άστέρια στ. 34),
-       υπερβολή (το τραγούδι του αηδονιού άντιβουΐζει πολύ μακριά, ως πέρα στη θάλασσα και στην πεδιάδα στ. 31-32),
-       χιαστό (ή θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά ή πεδιάδα στ. 32) και
-        προσωποποίηση (της αυγής που της πέφτουν τα ρόδα ακούγοντας το κελάηδημα του αηδονιού στ. 33-34). Το ρόδινο φως της ανατολής την ώρα της αυγής παριστάνεται με ρόδα (τριαντάφυλλα), που τα κρατάει η προσωποποιημένη αυγή στα χέρια της,. Η εικόνα παραπέμπει στη ροδοδάχτυλη Ηώ του Ομήρου.
Από τη στιγμή της εξαφάνισης του ήχου μέχρι την άφιξη του ναυαγού στη στεριά παρατηρείται αφηγηματικό κενό: προφανώς δεν υπήρχε τίποτα σημαντικό και ενδιαφέρον (υποθέτουμε ότι κολυμπούσε με κόπο μεταφέροντας την αγαπημένη).
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αφηγητής δίνει σημασία στη σωτηρία της αγαπημένης του και όχι στη δική του. Αυτό φαίνεται από τη σύνταξη του ρήματος «φθάνω», που χρησιμοποιείται ως μεταβατικό: ενώ περιμένουμε να ακούσουμε απλώς «φθάνω στό γιαλό», η διατύπωση είναι διαφορετική: «φθάνω στό γιαλό τήν άρραβωνιασμένη».
Η παραστατικότητα της σκηνής ενισχύεται με τη χρήση του δραματικού ενεστώτα (φθάνω, άπιθώνω).
Στον τελευταίο στίχο του ποιήματος, που αποδίδει και την τραγική έκβαση της περιπέτειας του ναυαγού, χαρακτηριστικό είναι το σχήμα της αντίθεσης: ύστερα από τη χαρά, στο δεύτερο ημιστίχιο έρχεται αιφνιδιαστικά η ανατροπή, η διαπίστωση του θανάτου / πνιγμού της κόρης, που καθιστά μάταιη όλη την προσπάθεια του Κρητικού για την σωτηρία της αγαπημένης του (μέ χαρά - κι... πεθαμένη, όπου το «κι» λειτουργεί αντιθετικά).
Έτσι, ύστερα από το ξεκλήρισμα όλων των μελών της οικογένειας του Κρητικού (απόσπασμα 4 [21.] στ. 31-34), τώρα αυτός έχασε και την αγαπημένη του και έχει μείνει παντέρημος στον κόσμο, χωρίς οικογένεια, χωρίς την αγαπημένη του, χωρίς πατρίδα.
1.    Παρουσία-χαρακτηριστικά ήχου
-    «ανεκδιήγητοι» - «χειμερική... φωνή. απόκοσμο.»: εξωανθρώπινος, μεταφυσικός ήχος­- «γλυκύτατοι» - «γλυκιά και δυνατή»: ευχάριστο στην ακοή
-«είν' έτσι δυνατός» - « κι η φωνή δυνάμωνε, δυνάμωνε»: καταλυτική ένταση
-      «ο ουρανός κι η θάλασσα.» - «γιομίζοντας τη γη, τον ουρανό.»: κυριαρχία ήχου στα στοιχεία της φύσης
-     «Μ'άδραγνε όλη την ψυχή.» - «γιομίζοντας το νου και την καρδιά της»: ελεγχει όλο το είναι τους.
2.    πληθωρική παρουσία φύσης:
-    « του δέντρου και του λουλουδιού . «σ' ένα δάσος, μεγάλο δάσος . λουλούδια. πρασινάδα»
3.     Η παρουσία του έρωτα:
-«. τον κρυφό της έρωτα της βρύσης τραγουδάει .» - «σαν ένας πυρετός γλυκός της μέλωνε τα μέλη. την ήμερα παθητική και πλέρια του Σωτήρη»
1.           Ιδεαλισμός και υπηρέτηση του υψηλού στον Σολωμό (ηρωισμός, φιλοπατρία), ενώ απουσία τους στον Μ. Λαπαθιώτη (η Ρηνούλα είναι πρωταγωνίστρια της καθημερινότητας).
2.           Αδυναμία αναγνώρισης και προσδιορισμού του ήχου στον Σολωμό - τελική αναγνώριση στον Ν. Λαπαθιώτη.