Ο ΚΑΙΡΟΣ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΓΩΝΙΑ –Νασιόπουλος Απόστολος

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026


ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ
ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΣΠΕΡΙΝΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΛΥΚΕΙΩΝ
ΤΕΤΑΡΤΗ 3 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026
ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ
ΣΥΝΟΛΟ ΣΕΛΙΔΩΝ: ΠΕΝΤΕ (5)
Α. ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Β 1.5-8, 1103b2-25
Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὸ γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν· οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς, καὶ τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν, ὅσοι δὲ μὴ εὖ αὐτὸ ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν, καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης. Ἔτι ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται, ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη· ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ γίνονται κιθαρισταί. Ἀνάλογον δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες· ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί. Εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν, οὐδὲν ἂν ἔδει τοῦ διδάξοντος, ἀλλὰ πάντες ἂν ἐγίνοντο ἀγαθοὶ ἢ κακοί.
Οὕτω δὴ καὶ ἐπί τῶν ἀρετῶν ἔχει· πράττοντες γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι, πράττοντες δὲ τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς καὶ ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοί. Ὁμοίως δὲ καὶ τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἔχει καὶ τὰ περὶ τὰς ὀργάς· οἳ μὲν γὰρ σώφρονες καὶ πρᾶοι γίνονται, οἳ δ’ ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι, οἳ μὲν ἐκ τοῦ οὑτωσὶ ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι, οἳ δὲ ἐκ τοῦ οὑτωσί. Καὶ ἑνὶ δὴ λόγῳ ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται. Διὸ δεῖ τὰς ἐνεργείας ποιὰς ἀποδιδόναι· κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις. Οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ οὕτως ἢ οὕτως εὐθὺς ἐκ νέων ἐθίζεσθαι, ἀλλὰ πάμπολυ, μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν.

Α1.α. Να γράψετε στο τετράδιό σας τον αριθμό που αντιστοιχεί σε καθεμία από τις παρακάτω περιόδους λόγου και δίπλα σε αυτόν τη λέξη «Σωστό», αν είναι σωστή, ή τη λέξη «Λάθος», αν είναι λανθασμένη. Δεν απαιτείται αναφορά σε χωρία του κειμένου.

1. Το κριτήριο που διαφοροποιεί μια «ἀγαθή πολιτεία» από μια «φαύλη» είναι ο βαθμός επιτυχίας των νομοθετών στην καθοδήγηση των πολιτών σε καλές «ἕξεις».
2. Ο Αριστοτέλης με την αναφορά του στους κιθαριστές και στους οικοδόμους δείχνει ότι οι άνθρωποι έχουν από τη φύση ταλέντο στις «τέχνες», στα τεχνικά δημιουργήματα.
(μονάδες 4)

Α1.β. i) «ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι»: Σε ποιες λέξεις-φράσεις του αρχαίου κειμένου αναφέρεται η αντωνυμία «αὐτοῖς»;
(μονάδες 4)
ii) «κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς»: Σε ποια λέξη του αρχαίου κειμένου αναφέρεται η αντωνυμία «τούτων»;
(μονάδες 2)
Μονάδες 10

Β1. «Μαρτυρεῖ δὲ … ἀγαθοὶ ἢ κακοί»: Πώς γεννιούνται και φθείρονται οι τέχνες και οι αρετές (μονάδες 7) και ποια είναι η συμβολή του δασκάλου σε αυτή τη διαδικασία; (μονάδες 3)
Μονάδες 10

Β2. ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από την ομιλία του καθηγητή Μιχάλη Σταθόπουλου, μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο (www.constitutionalism.gr) και αφορά τον ρόλο της δικαιοσύνης.
Στη δικαιοσύνη λοιπόν εμπεριέχεται ο φιλάλληλος και κοινωνικός χαρακτήρας και σ’ αυτό έγκειται η αξία της και στον πέρα από το δίκαιο χώρο. Είναι η δικαιοσύνη ως επιείκεια. […] Η δικαιοσύνη και η επιείκεια και στον πέραν του δικαίου χώρο είναι η «αρετή προς έτερον». Απαιτεί τη θεώρηση και της οπτικής του άλλου, όχι αναγκαίως για να τη δεχθούμε, αλλά για να την κατανοήσουμε. Και η θεώρηση αυτή σημαίνει, βέβαια, περαιτέρω και στήριξη του άλλου, όταν χρειάζεται, σημαίνει αυτό που επιτάσσει η διάταξη του Συντάγματός μας, όταν αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η δίκαιη αυτή συμπεριφορά του πολίτη, του ατόμου γενικότερα αφορά όλες τις σχέσεις του, τις προσωπικές, τις κοινωνικές, ακαδημαϊκές, επαγγελματικές, συναδελφικές, προς υφιστάμενο, προς προϊστάμενο, τις πολιτικές σχέσεις, αλλά και τις διακρατικές, διεθνείς, διαπολιτισμικές, διαθρησκευτικές και όποιες άλλες ανθρώπινες, ατομικές ή συλλογικές, σχέσεις.
Πώς παρουσιάζονται η συμπεριφορά και οι επιλογές του ατόμου στα πεδία της ανθρώπινης πράξης στο παράλληλο κείμενο και στο απόσπασμα «Οὕτω δὴ … ἄδικοι» από το διδαγμένο κείμενο;
Μονάδες 10
Β3. Να γράψετε στο τετράδιό σας τον αριθμό που αντιστοιχεί σε καθεμία από τις παρακάτω περιόδους λόγου και δίπλα σε αυτόν τη λέξη «Σωστό», αν είναι σωστή, ή τη λέξη «Λάθος», αν είναι λανθασμένη.
1. Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στη Μίεζα και πέθανε στη Χαλκίδα.
2. Ο Αριστοτέλης ασκούσε δριμεία κριτική σε όλους τους συναδέλφους του στην Ακαδημία εκτός από τον Πλάτωνα.
3. Για την εκπαίδευση του Αλεξάνδρου ο Αριστοτέλης επιμελήθηκε μια νέα έκδοση των ομηρικών επών.
4. Η γνωριμία του Αριστοτέλη με τον Εύδοξο από την Κνίδο τον επηρέασε θετικά.
5. Για τον Αριστοτέλη η ευδαιμονία είναι στατική κατάσταση και όχι ενέργεια της ψυχής.
Μονάδες 10
B4. Για καθεμία από τις παρακάτω λέξεις να γράψετε μία ετυμολογικά συγγενή από το διδαγμένο κείμενο:
ρυπογόνος, ανάθεση, ένδεια, ξέφρενος, διάστρεμμα.
Μονάδες 10

Γ. ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Λυσίας, Περὶ τοῦ Σηκοῦ Ἀπολογία, 7.27-29
(εκδ. Τ. Thalheim, Lysiae Orationes,
Bibliotheca Teubneriana, Λειψία 1913)
Οι μορίαι ήταν ιερά ελαιόδεντρα, συνήθως οριοθετημένα μέσα σε περίβολο (σηκόν). Οποιαδήποτε ανθρώπινη επέμβαση απαγορευόταν, ενώ ενδεχόμενη παράνομη δραστηριότητα (καλλιέργεια, μάζεμα καρπών, κλάδεμα) επέσυρε βαριές ποινές. Ο ομιλητής του λόγου του Λυσία «Περὶ τοῦ Σηκοῦ Ἀπολογία» υπερασπίζεται τον εαυτό του από την κατηγορία ότι έκοψε ένα τέτοιο ελαιόδεντρο. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα καταδεικνύει γιατί δεν θα μπορούσε να είχε διαπράξει το αδίκημα, για το οποίο κατηγορείται.
Πότερον δέ μοι κρεῖττον ἦν, ὦ βουλή, δημοκρατίας οὔσης παρανομεῖν ἢ ἐπὶ τῶν τριάκοντα; καὶ οὐ λέγω ὡς τότε δυνάμενος ἢ ὡς νῦν διαβεβλημένος, ἀλλὰ τῷ βουλομένῳ τότε μᾶλλον ἐξῆν ἀδικεῖν ἢ νυνί. ἐγὼ τοίνυν οὐδ’ ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ οὔτε τοιοῦτον οὔτε ἄλλο οὐδὲν κακὸν ποιήσας φανήσομαι. Πῶς δ’ ἄν, εἰ μὴ πάντων ἀνθρώπων ἐμαυτῷ κακονούστατος ἦν, ὑμῶν οὕτως ἐπιμελουμένων ἐκ τούτου τὴν μορίαν ἀφανίζειν ἐπεχείρησα τοῦ χωρίου, ἐν ᾧ δένδρον μὲν οὐδὲ ἕν ἐστι, μιᾶς δὲ ἐλάας σηκός, ὡς οὗτός φησιν, ἦν, κυκλόθεν δὲ ὁδὸς περιέχει, ἀμφοτέρωθεν δὲ γείτονες περιοικοῦσιν, ἄερκτον δὲ καὶ πανταχόθεν κάτοπτόν ἐστιν; ὥστε τίς ἂν ἀπετόλμησε, τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐπιχειρῆσαι τοιούτῳ πράγματι; Δεινὸν δέ μοι δοκεῖ εἶναι ὑμᾶς μέν, οἷς ὑπὸ τῆς πόλεως τὸν ἅπαντα χρόνον προστέτακται τῶν μορίων ἐλαῶν ἐπιμελεῖσθαι, μήθ’ ὡς ἐπεργαζόμενον πώποτε ζημιῶσαί <με> μήθ’ ὡς ἀφανίσαντα εἰς κίνδυνον καταστῆσαι, τοῦτον δ’ ὃς οὔτε γεωργῶν ἐγγὺς τυγχάνει οὔτ’ ἐπιμελητὴς ᾑρημένος οὔθ’ ἡλικίαν ἔχων εἰδέναι περὶ τῶν τοιούτων, ἀπογράψαι με ἐκ τῆς γῆς μορίαν ἀφανίζειν.
ἄερκτος: αφύλακτος
ἐπεργάζομαι: εργάζομαι παράνομα
ἀπογράφω: καταγγέλλω, υποβάλλω γραπτή καταγγελία
Γ1. Να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του παρακάτω αποσπάσματος: «ὥστε τίς ἂν … ἀφανίζειν.».
Μονάδες 20

Γ2. Με ποια επιχειρήματα υποστηρίζει ο ομιλητής την αθωότητά του σχετικά με την κοπή της ιερής ελιάς;
Μονάδες 10
Γ3.α. «τοῦτον δ’ ὃς οὔτε … ᾑρημένος»: να μεταφέρετε τους κλιτούς τύπους στον άλλο αριθμό. (μονάδες 6)
Γ3.β. διαβεβλημένος: να γραφεί το β’ ενικό πρόσωπο της προστακτικής παθητικού αορίστου.
ἀφανίζειν: να γραφεί το απαρέμφατο του μέλλοντα.
φησιν: να γραφεί στο ίδιο πρόσωπο και αριθμό της ευκτικής ενεστώτα.
περιοικοῦσι: να γραφεί στο ίδιο πρόσωπο και αριθμό της οριστικής παρατατικού. (μονάδες 4)
Μονάδες 10
Γ4.α. Να χαρακτηρίσετε συντακτικά τους όρους που εμφανίζονται στο αδίδακτο με έντονα γράμματα:
οὔσης, ἀδικεῖν, ἐμαυτῷ, ἐλαῶν, ὡς ἀφανίσαντα, ἐπιμελητὴς. (μονάδες 6)
Γ4.β. «Πῶς δ’ ἄν, εἰ μὴ πάντων ἀνθρώπων ἐμαυτῷ κακονούστατος ἦν, ὑμῶν οὕτως ἐπιμελουμένων ἐκ τούτου τὴν μορίαν ἀφανίζειν ἐπεχείρησα τοῦ χωρίου»: να αναγνωρίσετε το είδος του υποθετικού λόγου και να τον μετατρέψετε στο προσδοκώμενο. (μονάδες 4)
Μονάδες 10

ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

 

 

 

 ΠΡΟ Τ Ε ΙΝΟΜΕ ΝΕΣ

 

 ΑΠΑΝΤ ΗΣΕΙΣ  ΘΕ ΜΑΤΩΝ

 

 

 

 

Α1 

α. 1.Σωστή

      2. Λανθασμένη

 

Α1 β.i. Η αντωνυμία «ατοῖς» αναφέρεται στις φράσεις: τ ν τοῖς συναλλάγμασι,  τ ν τος δεινοῖς, τὰ περὶ τς πιθυμίας, τς περὶ τς ὀργὰς.

 

ii.  Η αντωνυνία «τούτων» αναφέρεται στη λέξη «τς ἐνεργείας».

 

Β1. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι οι ηθικές αρετές είναι επίκτητες. Στο απόσπασμα «Μαρτυρεῖ γαθοὶ ἢ κακοί» προσθέτει ένα νέο επιχείρημα για να ενισχύσει την άποψή του. Αν οι ηθικές αρετές ήταν έμφυτες, όλες οι ενέργειες των νομοθετών να κάνουν τους πολίτες καλούς θα ήταν μάταιες, αφού όλοι θα γεννιόντουσαν με ή χωρίς αυτές και οποιαδήποτε προσπάθεια δεν θα μπορούσε να μεταβάλλει αυτά τα χαρακτηριστικά.

 

Στη συνέχεια ο Αριστοτέλης προσθέτει ένα νέο επιχείρημα λέγοντας ότι η αρετή του ανθρώπου γεννιέται και φθείρεται κ τῶν αὐτν κα διὰ τν αὐτν, δηλαδή με τις ίδιες αιτίες (τις πράξεις των ανθρώπων) και με τα ίδια μέσα (την επανάληψη όμοιων πράξεων). Όταν, δηλαδή, ο άνθρωπος προβαίνει σε ηθικές πράξεις, τότε καλλιεργεί την ηθική αρετή και γίνεται ενάρετος. Όταν, αντίθετα, προβαίνει σε ανήθικες πράξεις, γίνεται ανήθικος και η αρετή φθείρεται και δημιουργείται η κακία. Οι έννοιες γίνεται φθείρεται αποτελούν θεμελιώδες αντιθετικό ζεύγος ήδη από τις απαρχές της φιλοσοφικής σκέψης (κι ένα έργο του Αριστοτέλη έχει τον τίτλο Περὶ γενέσεως κα φθορᾶς). Ο Αριστοτέλης επηρεασμένος από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, αλλά κυρίως από τους Πυθαγορείους, είχε προτίμηση στη χρησιμοποίηση αντίθετων φιλοσοφικών εννοιών. Οι δύο αυτές έννοιες μεταφέρονται στον χώρο της ηθικής.

 

Έτσι, για συγκεκριμένους λόγους και με την κατάλληλη άσκηση οι άνθρωποι κατακτούν την αρετή (γίνεται) και ακριβώς για τους αντίθετους λόγους και με την ακατάλληλη άσκηση η αρετή εκφυλίζεται (φθείρεται). Το ρήμα φθείρεται δεν χρησιμοποιείται με το βιολογικό του περιεχόμενο αλλά περισσότερο με την έννοια της ατελέσφορης προσπάθειας για την κατάκτηση της αρετής. Με


 

τη χρήση των επιρρημάτων ε κακς αποδίδεται και η ποιοτική παράμετρος: γίνεται ε ρετ

/ φθείρεται → κακς κακία.

 

Συνεχίζοντας με τη χρήση αναλογικής απόδειξης («μοίως δὲ κα τέχνη· κ γρ τοῦ κιθαρίζειν καὶ οἱ γαθοὶ κα κακοὶ γίνονται κιθαρισταί. νλογον δὲ κα οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πντες· ἐκ μὲν γρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν γαθο οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί») ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει τα παραδείγματα από το χώρο των τεχνών με τους κιθαριστές και τους οικοδόμους γενικεύοντας (οἱ λοιποὶ πάντες). Ως τέχνη ορίζεται το σύνολο γνώσεων και δεξιοτήτων που επιτρέπουν στον συγκεκριμένο κάτοχό τους να παράγει μορφές, τεχνικά δημιουργήματα. Υπό αυτή την έννοια, δηλώνει ο Αριστοτέλης, η τέχνη μιμείται τη φύση· κοινός παράγοντας που τις συνδέει είναι η ύπαρξη κάποιας δημιουργικής λογικής. Έτσι, τεχνίτης δεν είναι μόνο ο καλλιτέχνης αλλά γενικότερα ο δημιουργός, και προϊόντα της τέχνης όχι μόνο τα καλλιτεχνικά έργα αλλά όλα τα δημιουργήματα του τεχνίτη.

 

Χρησιμοποιεί τα επίθετα γαθοί κακοὶ και τα αντίστοιχα επιρρήματα ε κακῶς. Τα επιρρήματα αναφέρονται στον τρόπο που ενεργούν ο κιθαριστής και ο οικοδόμος αντιστοίχως την καλή ή την κακή εξάσκηση), ενώ τα επίθετα στο καλό ή το κακό αποτέλεσμα της ενέργειάς τους την απόκτηση ή όχι της αρετής που εξαρτάται από τον τρόπο ενέργειας).

 

Δεν αρκεί, λοιπόν, απλώς να εξασκούμαστε σε μια οποιαδήποτε πράξη, αλλά να εξασκούμαστε σε καλές και σωστές πράξεις. Αυτό το διαπιστώνουμε και στις τέχνες αλλά και στις ηθικές αρετές. Θα γίνουμε καλοί οικοδόμοι, όχι αν οικοδομούμε συνεχώς, αλλά μόνο αν εξασκηθούμε στο σωστό χτίσιμο και καλοί κιθαριστές, όχι αν παίζουμε συνεχώς κιθάρα, αλλά μόνο αν εξασκηθούμε στο σωστό παίξιμο της κιθάρας. Θα γίνουμε ηθικά ενάρετοι, μόνο αν εξασκηθούμε σε ηθικά ενάρετες πράξεις σύμφωνα με τους κανόνες της τέλειας αρετής.

 

Με τη χρήση του «επαγωγικού παραδείγματος» ο Αριστοτέλης δείχνει ότι στην πράξη η ποιότητα της άσκησης και της μαθητείας προσδιορίζει την ποιότητα της επίκτητης ιδιότητας. Έτσι φαίνεται να αποδέχεται ότι η ποιότητα άσκησης και της επίκτητης ιδιότητας συνδέονται με σχέση αιτίου - αποτελέσματος. Σε αυτή τη διαδικασία είναι καθοριστικός ο ρόλος του δασκάλου Ε γρ μ οτως εἶχεν, οδὲν ν ἔδει τοῦ διδξοντος, λλπντες ν ἐγίνοντογαθο κακοί»),  το οποίο αποτελεί ένα ακόμη αποδεικτικό επιχείρημα της βασικής θέσης του ότι οὐδεμία τν θικν ρετν φύσει μν ἐγγίγνεται. Συγκεκριμένα, με τη χρήση ενός σύνθετου υποθετικού λόγου ως προς την απόδοση, όπου εναλλάσσεται η αρνητική με την καταφατική διατύπωση προσπαθεί να επισημάνει τον ρόλο της άσκησης και του δασκάλου για την απόκτηση της ηθικής αρετής. Η υπόθεσή του αναφέρεται σε προηγούμενες διαπιστώσεις (αν δεν συνέβαινε αυτό που προαναφέρθηκε, δηλαδή αν δεν ήταν απαραίτητο να λάβει ένας τεχνίτης ικανοποιητική εμπειρία με τη συστηματική άσκησή του σε ένα εξειδικευμένο αντικείμενο), ενώ οι αποδόσεις δημιουργούν δύο νέες αποδεικτικές προεκτάσεις: την αναγκαιότητα της διδασκαλίας (οὐδν νδει το διδξοντος) και την παραδοχή ότι κανείς δεν είναι εκ φύσεως γαθός ή κακός. Ο υποθετικός λόγος που δηλώνει το αντίθετο του πραγματικού υπογραμμίζει κατηγορηματικά τη θέση του Αριστοτέλη και αποτελεί μια απόδειξη εκ του αντιθέτου. Η αναγκαιότητα (δει) του δασκάλου και της διδασκαλίας δηλώνει με σαφήνεια τη δυνατότητα διαμόρφωσης του ήθους των πολιτών και τελικά τον επίκτητο χαρακτήρα των ηθικών ιδιοτήτων. Αν αυτές οι ιδιότητες προέκυπταν τυχαία με τη γέννηση του ανθρώπου, ο ρόλος της εκπαιδευτικής διαδικασίας θα περιοριζόταν μόνο στη μετάδοση γνώσεων. Σύμφωνα, όμως, με τον Αριστοτέλη, ο δάσκαλος θα διδάξει τους κανόνες της αρετής, τους τρόπους εφαρμογής αυτών και θα εκπαιδεύσει


 

στην ορθή άσκηση. Είναι αυτός που παρακολουθεί και καθοδηγεί τους ανθρώπους στον σωστό εθισμό, συνδυάζοντας την ενέργεια του λόγου με την εφαρμοσμένη άσκηση. Το ίδιο απαραίτητος είναι ο δάσκαλος και στις τέχνες, διότι αυτός θα διδάξει τον ασκούμενο σε μια τέχνη τους κανόνες της και τον σωστό τρόπο εφαρμογής τους.

 

Επομένως, ο φιλόσοφος, όπως και ο Πλάτωνας, θεωρεί το εκπαιδευτικό έργο   ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα της πολιτείας και πιστεύει ότι αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με τους νόμους και την παιδεία. Αυτός, ακριβώς, είναι και ο ρόλος του νομοθέτη στην πόλη: αποτελεί τον δάσκαλο των πολιτών, ο οποίος χρησιμοποιώντας σωστούς νόμους, θα διδάξει τους πολίτες τι είναι δίκαιο και τι άδικο, θα ορίσει τους κανόνες της δίκαιης και ηθικής συμπεριφοράς μέσα στην πόλη και θα τους οδηγήσει στην ευδαιμονία.

 

 

 

 

Β2. Η αριστοτελική ηθική και ο στοχασμός του Μ. Σταθόπουλου συναντώνται στο πεδίο της ανθρώπινης πράξης, αναδεικνύοντας τη δικαιοσύνη ως τον θεμέλιο λίθο της κοινωνικής συνύπαρξης.

 

Στο απόσπασμα «Οτω δ δικοι» η ηθική αρετή αποκτά κοινωνικό χαρακτήρα, καθώς προσδιορίζεται από τον ρόλο που διαδραματίζει στις διαπροσωπικές σχέσεις και εξετάζεται σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά μας απέναντι στον συνάνθρωπό μας. Από τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι άνθρωποι στους άλλους διαμορφώνουν και τα αντίστοιχα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα τους. Άλλωστε, η ίδια η κοινωνία και ο κοινωνικός περίγυρος με τα πρέπει και τους κανόνες που ισχύουν σε κάθε εποχή κρίνει την ηθικότητα των πράξεών μας. Διαπιστώνει δύο τρόπους ανθρώπινης συμπεριφοράς που είναι αντίθετοι: ο ένας οδηγεί στην απόκτηση των ηθικών αρετών, ενώ ο άλλος όχι. Στη συναναστροφή μας με τους άλλους ανθρώπους, αν ακολουθήσουμε τον έναν τρόπο συμπεριφοράς, γινόμαστε δίκαιοι και έντιμοι, ενώ αν ακολουθήσουμε τον άλλον, γινόμαστε άδικοι. Πιο συγκεκριμένα, ανάλογα με τον τρόπο συμπεριφοράς που επιλέγει να τηρεί ο άνθρωπος απέναντι στους συνανθρώπους του στις διάφορες «συναλλαγές» και διαπροσωπικές του σχέσεις μπορεί να διαμορφώσει δίκαιο ή άδικο ήθος, έχοντας κατά συνέπεια ο ίδιος την ευθύνη της επιλογής του. Αν οι πράξεις του εμπεριέχουν το στοιχείο της δικαιοσύνης, γίνεται φορέας αυτής της αρετής· αν όμως ο άνθρωπος δεν λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου και της ηθικής, τότε διαμορφώνει άδικο χαρακτήρα. Επομένως, η δικαιοσύνη συσχετίζεται με την υπακοή στον νόμο και με την αρετή.

 

Ο Αριστοτέλης λαμβάνει τη λέξη «συναλλάγματα» με την ευρύτατη σημασία και τα διαιρεί σε εκούσια, δηλαδή σε συνθήκες, συμφωνίες, και σε ακούσια, δηλαδή σε κάθε είδους κακουργήματα. Όλων των μορφών οι συναλλαγές, συμβόλαια, συμφωνίες, πρωτίστως οι οικονομικές. Αυτού του είδους οι σχέσεις των συμπολιτών μεταξύ τους δεν είναι για τον Σταγειρίτη ένα επιμέρους ή περιορισμένης σημασίας ζήτημα μέσα στην κοινωνία. Είναι η συγκεκριμενοποίηση της λλαγῆς, της ανταλλακτικής σχέσης μεταξύ των συμπολιτών. Και η σχέση αυτή είναι ιδρυτική και συστατική για την κοινωνία. Επιτυγχάνεται, κατεξοχήν, με τον εξισωτικό για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ρόλο του νομίσματος (χρήματος). Βλ. Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1133b1718: οτε γὰρ ν μὴ οσηςλλαγς κοινωνία ν, οὔτ’λλαγὴ σότητος μὴ οὔσης, οὔτ’ σότης μὴ οὔσης συμμετρας [: γιατί αν δεν υπήρχε ανταλλαγή, δεν θα υπήρχαν σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων· ούτε ανταλλαγή θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε ισότητα· ούτε ισότητα, αν όλα τα αγαθά δεν μπορούσαν να μετρηθούν με ένα κοινό μέτρο]


 

(μετάφραση Δ. Λυπουρλής). Κατά προέκταση, τα συναλλάγματα είναι ένα σημαντικό πεδίο ανάπτυξης και εμφάνισης ηθικών σχέσεων.

 

Κεντρικό κοινό σημείο και στο κείμενο αναφοράς και στο παράλληλο κείμενο είναι ο κοινωνικός χαρακτήρας της δικαιοσύνης. Στην ομιλία του καθηγητή Μιχάλη Σταθόπουλου η δικαιοσύνη λαμβάνεται ως επιείκεια και οι δύο έννοιες μαζί ορίζονται ως «αρετή προς έτερον» και πραγματώνονται μέσω της πράξης και της συμπεριφοράς του ατόμου και του πολίτη.  Επιπρόσθετα, τονίζεται η διάσταση της επιείκειας και της ενσυναίσθησης, αξιώνοντας την κατανόηση και «τη θεώρηση και της οπτικής του άλλου». Η δίκαιη συμπεριφορά απαιτεί και την ενεργή «στήριξη του άλλου» και την εκπλήρωση του «χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης», όπως ορίζει η αντίστοιχη διάταξη του Συντάγματός μας. Η δικαιοσύνη είναι κοινωνική αξία που καθορίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά και συμβάλλει στην αρμονική συμβίωση των πολιτών. Επιπλέον, ο ομιλητής διευρύνει τη δίκαιη συμπεριφορά σε κάθε σύγχρονη ανθρώπινη δραστηριότητα («προσωπικές, κοινωνικές, ακαδημαϊκές, επαγγελματικές ... ατομικές ή συλλογικές, σχέσεις»).

 

Καταλήγοντας, η συμπεριφορά και οι επιλογές του ατόμου στα πεδία της ανθρώπινης πράξης διαμορφώνουν τον ηθικό χαρακτήρα του και ρυθμίζουν τις σχέσεις με τους συμπολίτες και με το κράτος, με βάση τους ισχύοντες νόμους.

 

 

 

 

B3.

 

1.   Λανθασμένη

2.   Λανθασμένη

3.   Σωστή

4.   Σωστή

5.   Λανθασμένη

 

 

 

Β4.

 

   ρυπογόνος:  γινόμενον, γίνεται, ἐγίνοντο, γίνονται

   ανάθεση: νομοθέτου, νομοθέται

   ένδεια: ἔδει, δεῖ

   ξέφρενος: σώφρονες

   διάστρεμμα: αναστρέφεσθαι

 

Γ1. Επομένως ποιος θα τολμούσε, αφού έτσι είχαν τα πράγματα, να επιχειρήσει μια τέτοια πράξη; Μου φαίνεται μάλιστα ότι είναι φοβερό εσείς, στους οποίους έχει ανατεθεί από την πόλη να φροντίζετε διαρκώς/ ανελλιπώς τα ιερά ελαιόδεντρα, ούτε να μου επιβάλατε πρόστιμο ποτέ ως τώρα επειδή κατά τη γνώμη σας εργαζόμουν παράνομα, ούτε να με οδηγήσατε σε δίκη επειδή τάχα τα κατέστρεψα, αντίθετα αυτός, που ούτε τυχαίνει να είναι γεωργός (τυχαία καλλιεργεί) εκεί κοντά, ούτε να έχει επιλεγεί ως επιμελητής ούτε βρίσκεται σε τέτοια ηλικία ώστε να έχει γνώσεις για τέτοια ζητήματα, με κατήγγειλε ότι καταστρέφω τις ιερές ελιές από την περιοχή.


 

Γ2.

 

Ο κατηγορούμενος ρήτορας προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά του σχετικά με  την κατηγορία που αντιμετωπίζει για την κοπή της ιερής ελιάς με τα εξής επιχειρήματα. Αρχικά αναρωτιέται αν ήταν πιο ακίνδυνο για τον ίδιο να παρανομεί την εποχή της δημοκρατίας ή την εποχή των Τριάκοντα τυράννων (Πότερον δέ μοι κρεῖττονν, βουλή, δημοκρατίας οσης παρανομεῖν πὶ τν τριάκοντα;). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι την εποχή της τυραννίας είχε μεγάλη δύναμη ή ότι τώρα, την εποχή της δημοκρατίας έχει πέσει θύμα συκοφαντίας. Απλώς αναφέρει ότι την εποχή των Τριάκοντα υπήρχε μεγαλύτερη δυνατότητα σε οποιονδήποτε το ήθελε να παρανομεί. Ο ίδιος όμως πιστεύει ότι θα αποδειχθεί ότι δεν παρανόμησε σε καμιά από τις δύο παραπάνω περιόδους (ἐγ τοίνυν οὐδνκείν τῷ χρόνῳ οὔτε τοιοῦτο οὔτε λλο οὐδν κακὸν ποιήσας φανήσομαι).

 

Από το σημείο αυτό αρχίζουν τα καθοριστικά επιχειρήματά του που αποδεικνύουν την αθωότητά του. Αναφέρει λοιπόν ότι θα ήταν ο πιο άθλιος από τους ανθρώπους (ε μὴ πάντων νθρώπων μαυτῷ κακονούστατος ν), αν επιχειρούσε να καταστρέψει την ιερή ελιά από ένα κτήμα στο οποίο δεν υπάρχει ούτε ένα δέντρο, ενώ αντίθετα υπήρχε περίφραγμα (σηκός), όπως ισχυρίζεται ο κατήγορος. Επίσης το κτήμα περιτριγυριζόταν από δρόμο (κυκλόθεν δ δὸς περιέχει),  ενώ και από το ένα και από το άλλο μέρος του κτήματος κατοικούσαν κοντά γείτονες (μφοτέρωθεν δ γείτονες περιοικοῦσιν). Ακόμη το κτήμα ήταν αφύλακτο και από όλα τα μέρη μπορούσε κανείς να δει τι συνέβαινε μέσα σε αυτό (ερκτον δ καὶ πανταχόθεν κάτοπτόν ἐστιν).

 

Τα υπόλοιπα επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αποδεικνύουν την αθωότητά του είναι ότι ποτέ μέχρι τώρα οι επόπτες των ιερών ελαιόδεντρων δεν τον είχαν τιμωρήσει, κατηγορώντας τον ότι εργαζόταν παράνομα (μήθ᾽ ς περγαζόμενον πώποτε ζημισαί με) ούτε ότι κατάστρεψε κάποια ιερή ελιά (μήθ᾽ ςφανίσαντα), ενώ ο κατήγορός του δεν τύχαινε να καλλιεργεί  κοντά στο κτήμα του (οὔτε γεωργῶν) ούτε είχε εκλεγεί επόπτης των ιερών ελαιόδεντρων (οὔτ᾽ πιμελητὴς ρημένος) ούτε είχε τέτοια ηλικία, ώστε να γνωρίζει ζητήματα που αφορούσαν τις ιερές ελιές για να τον καταγγείλει για ένα τέτοιο ζήτημα (οὔθ᾽ λικίαν χων εδέναι περὶ τν τοιούτων).   Έτσι, ο ομιλητής χρησιμοποιεί ισχυρά επιχειρήματα που βασίζονται στη συγκριτική περιγραφή της συμπεριφοράς του, για να αντικρούσει την εις βάρος του κατηγορία για ασέβεια.

 

 

 

 

Γ3.α.  τούτους δ’ οἵ οτε γεωργοντες  ἐγγς τυγχάνουσι οὔτ’ πιμεληταὶ ρημένοι.

 

 

 

 

Γ3.β. διαβλήθητι φανιεῖν φαίη περικουν


 

Γ4.α.

 

    οὔσης:  γενική  απόλυτη  χρονική  μετοχή  με  υποκείμενο  «δημοκρατίας».  Λειτουργεί  ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο «παρανομεῖν».

 

   δικεῖν: τελικό απαρέμφατο ως υποκείμενο στο απρόσωπο ρήμα «ξν» (ετεροπροσωπία)

 

   μαυτῷ: δοτική αντικειμενική στο «κακονούστατος».

 

   λαῶν: αντικείμενο στο απαρέμφατο «πιμελεσθαι».

 

    ς φανίσαντα: επιρρηματική αιτιολογική μετοχή υποκειμενικής αιτιολογίας, συνημμένη στο «με».  Λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας στο «καταστσαι».

 

   πιμελητής: κατηγορούμενο στο «ὅς» λόγω του «ᾑρημένος».

 

Γ4.β.  Υπόθεση: εν (οριστική ιστορικού χρόνου)

 

Απόδοση: νπεχείρησα (δυνητική οριστική)

 

ο υποθετικός λόγος δηλώνει το αντίθετο του πραγματικού και είναι απλός και

 

ανεξάρτητος.

 

 Μετατροπ ή σε  π ροσδοκώμ ενο

 

Υπόθεση:  ν  μὴ πάντων νθρώπων μαυτ κακονούστατος   ποτακτική)

 

Απόδοση:  Πς  δ […]  ὑμν  οὕτως  πιμελουμένων  κ  τούτου  τν  μορίαν  φανίζειν   ἐπ ιχ ειρ ήσω

(οριστική μέλλοντα)

 

                                                                πουκαμισας